Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Πώς ξεμπρόστιασα αθόρυβα το αφεντικό που μου έκλεβε τις ιδέες

Μερικοί μπορεί να τα ρίχνουν όλα στον εγωισμό τους όταν θυμούνται εκείνες τις στιγμές που κάποιος σε ταπείνωσε, σε κορόιδεψε ή σε πρόδωσε. Εγώ, λέω να το πω όπως το νιώθω: ήταν εκείνη η αίσθηση ότι σε πέρασαν για χαζό, ότι σε κοίταζαν σχεδόν με λύπηση. Αυτό έπαθα με τον Λάμπρο, στη δουλειά, χρόνια πίσω, σε μια κλασική αθηναϊκή διαφημιστική των αρχών του 2010, τότε που τα λεφτά είχαν αρχίσει να στερεύουν παντού – αλλά τα μεγάλα κεφάλια συνέχιζαν το σπορ τους: να ανεβαίνουν πατώντας τους άλλους.

Ο Λάμπρος ήταν επικεφαλής του τμήματος. Εγώ ήμουν από τους “νεότερους” στην ιδέα, είχα όμως φέρει δυο-τρεις καλές καμπάνιες που ξεχώρισαν. Δεν θα έλεγα πως είχα πολύ θόρυβο γύρω μου, αλλά ήξερα τη δουλειά. Μια Τετάρτη μεσημέρι, που τα’ χαμε μισοχαμένα με τις προθεσμίες, μού λέει να φτιάξω ένα concept που θα το παρουσιάζαμε στον πελάτη το πρωί. Έκανα αγώνα – και το έστησα ακριβώς όπως άξιζε. Πήγε το βράδυ 2, έψαχνα καφέ στις τσέπες. Το έστειλα. Μου’ πε “μπράβο”, τυπικά, εγώ έγινα ατμός και την επόμενη μέρα, πριν να πάτω το πόδι μου στο γραφείο, είχε γίνει το “θαύμα”: το concept μπήκε πάνω στην παρουσίαση, με κάθε λεπτομέρεια, κάθε ατάκα—μόνο που δίπλα, στο τελικό pdf, είχε το όνομα του άλλου. Όχι του δικού μου. Το όνομα του Λάμπρου. Κι εγώ απλά κάθισα στο πίσω κάθισμα και χαμογέλασα βουβά, χωρίς να πω κουβέντα.

Ήμουν οργισμένος, αλλά από εκείνες τις σιωπές που σε αρρωσταίνουν, δεν είναι από αυτές που κάνουν φασαρία. Δεν πήγα να το πω σε κάποιον. Με έτρωγε, βέβαια – αλλά δεν γίνεται να το κάνεις κάθε φορά αυτό κόντρα στους μεγάλους, γιατί άλλη μέρα θα μείνεις χωρίς δουλειά. Η φήμη σου γίνεται “γκρινιάρης”. Έτσι, αποφάσισα να μαζέψω τον “λογαριασμό”.

Πέρασαν εβδομάδες. Ο Λάμπρος άρχισε να πατάει πάνω στην ιστορία ότι “αυτός το σκέφτηκε”, ότι “του ήρθε ξαφνικά την προηγούμενη νύχτα”, κι όλοι, μικροί μεγάλοι, τον κοιτούσαν λίγο πιο “μάγκικα”. Είδα τον εαυτό μου έξω, ψύχραιμο, να κοιτάζει τα πράγματα σαν θεατής: “έτσι είναι οι κανόνες εδώ μέσα”, σκεφτόμουν. Όμως εγώ περίμενα την στιγμή. Έβαλα στόχο να μην ξανακάνω το ίδιο λάθος. Δεν θα έδινα τίποτε άλλο έτσι. Άρχισα να μαζεύω και να καταγράφω τα πάντα, κάθε δική του εισήγηση που μου ζητούσε να “του δώσω ένα draft” και τα κράτησα όλα με ημερομηνία, mail, σημειώσεις.

Μετά από δύο μήνες, έπεσε η μεγάλη ευκαιρία: ένα διαγωνιστικό brief από τη μεγαλύτερη τράπεζα της αγοράς. Η διοίκηση και η διεύθυνση ήθελαν κάθενος από το δημιουργικό να στείλει “κλειδωμένα” concept—που θα το βλέπει μόνο ο ίδιος και η ομάδα αξιολόγησης. Όχι ανοιχτά, όχι email να το δει ο προϊστάμενος. Το δικό μου concept ξεχώριζε από μακριά, είχε αναφορά σε μία προσωπική ιστορία που δεν μπορούσε να φανταστεί άλλος. Ο Λάμπρος το μύρισε, έκανε ότι “αγχώνεται” και άρχισε να με πολιορκεί ως το μεσημέρι: “Δείξε μου τι σκέφτεσαι, να το βελτιώσουμε μαζί”.
Τον κοίταξα ήρεμα: “Θα το δεις στην παρουσίαση, Λάμπρο, όπως όλοι μας”.
Έσφιξε την καρέκλα, δεν είπε τίποτα.

Με πιάνει το βράδυ μήνυμα: “Έλα ρε φίλε, κάνε λίγο το καλό, πες μου τι γραμμή πας, μη γυρίσουμε αύριο και φάνουμε ρεζίλι”. Δεν απάντησα. Έπεσα για ύπνο, με ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι. Την άλλη μέρα λες και είχα αλλάξει σώμα, ήμουν ένας άλλος: ψύχραιμος, μετρημένος και έτοιμος να εκτελέσω το πλάνο μου στην εντέλεια.

Στην παρουσίαση, η επιτροπή άκουγε και έκοβε. Ο Λάμπρος πήγε πρώτος, είπε πραγματάκια… τυπικά, χωρίς ψυχή, χωρίς στίγμα. Ακολούθησαν άλλοι δύο. Όταν ήρθε η δική μου σειρά, μίλησα όπως δεν είχα ξαναμιλήσει: σηκώθηκα, εξήγησα πώς μπήκε η ιδέα στο μυαλό μου, έδωσα παραδείγματα από πελάτες, φανέρωσα στοιχεία που μόνο όποιος είχε διαβάσει όλο το υλικό μπορούσε να τα φέρει στη συζήτηση. Ήμουν σίγουρος – όλοι με κοίταζαν αλλιώς.

Η επιτροπή τελείωσε, μαζευτήκαμε στην κουζίνα, εγώ κόκκινος από την ένταση. Πλησιάζει ο Λάμπρος, χαμογελάει βεβιασμένα, μου λέει “Καλή προσπάθεια, Γιάννη”. Κατάλαβα ότι το ήξερε: είχε “χαθεί” το παιχνίδι. Σε δύο μέρες οι φήμες κυκλοφορούν – η τράπεζα θέλει να τρέξει την καμπάνια με το δικό μου concept και ρωτάει ποιος ήταν ο δημιουργός, ζητώντας να συναντήσει αυτόν προσωπικά.

Εκείνη τη μέρα μαζεύτηκαν όλοι στο meeting room. Η διεύθυνση με φώναξε πρώτη φορά μπροστά σε όλο το προσωπικό. Ο Λάμπρος καθόταν πίσω, έπαιζε με το κινητό του. Γύρισα και τον κοίταξα μία στιγμή. Δεν είπα τίποτα, δεν έκανα μορφασμό. Απλώς ακούμπησα τα χέρια μου στο τραπέζι και είπα καθαρά:
“Ευχαριστώ για την ευκαιρία. Ο καθένας δούλεψε για τον εαυτό του αυτή τη φορά και φάνηκε”.

Δεν τον έκθεσα, δεν έδειξα φανερά ότι είχε κλέψει ιδέες άλλες φορές. Όλοι όμως είχαν καταλάβει, με τρόπο που δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα. Μετά από καιρό, έμαθα πως ο Λάμπρος μετακινήθηκε σε άλλη εταιρεία, λίγο “συντόμευσε” η θητεία του εκεί μαζί μας. Εγώ τελικά πήρα προαγωγή, όχι επειδή ήμουν ο πιο φιλόδοξος ― αλλά επειδή αυτή τη φορά δεν χάρισα τίποτα και κράτησα το λόγο μου ως το τέλος.

Του το γύρισα πίσω χωρίς φασαρία, με τον τρόπο που πονάει: του έδειξα ότι χωρίς τους άλλους, οι “μεγάλοι” κάποτε κατρακυλούν στα πόδια της δικής τους κούφιας φιλοδοξίας.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.

You might also like