Ιστορίες Εκδίκησης – Ο φάκελος του Νίκου και η σιωπηλή ανατροπή
Ξέρεις, δεν τα έχω πει αυτά πουθενά. Μόνο εμένα τα ξέρει το μαξιλάρι μου και τώρα εσείς. Ήταν μια ιστορία που με σημάδεψε, που τη σέρνω μέσα μου χρόνια, κι όσο κι αν καμιά φορά προσπαθώ να την ξεχάσω, γυρνάει και με βρίσκει—ειδικά όταν νιώθω να με πνίγει το δίκιο.
2009 ήτανε, στην Αθήνα, εργένικη ζωή, δουλειά σε δημόσια υπηρεσία με προσωρινή σύμβαση, το γνωστό αγώι του γραφείου: πρωινό καφές, χαρτιά, ανεβοκατέβασμα στους διαδρόμους. Είχα πάντα τσαχπίνικη διάθεση, αλλά όχι επιθετική. Τουλάχιστον, έτσι ήθελα να πιστεύω.
Εκεί γνώρισα τον Νίκο. Του φάνηκε, δεν ξέρω γιατί, βολικό να γίνει φίλος μου. Ήρθε και κόλλησε πάνω μου από την πρώτη εβδομάδα. Καφέ μαζί, τσιγάρο στο μπαλκόνι, κουβέντα για τις κοπέλες του γραφείου, για τις ζωές μας. Κι εγώ—κουτί!—του ανοιγόμουν. Μου ‘λεγε ότι μ’ εκτιμάει, ότι χαίρεται που με γνώρισε σε τέτοιες κρύες εποχές. Κι εγώ, ο βλάκας, είχα αρχίσει να τον θεωρώ φίλο. Του είχα γνωρίσει και τη Δήμητρα, τότε κοπέλα μου, του είχα ανοίξει το σπίτι μου, τη φιλία μου, όλα.
Ένα μεσημέρι που γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά, πήρα τη Δήμητρα να της πω να φάμε έξω. Δεν απάντησε στο τηλέφωνο—καμία ανησυχία. Στη διαδρομή για το σπίτι, να σου και βλέπω από μακριά το αυτοκίνητο του Νίκου παρκαρισμένο απέξω. Κάτι στην κοιλιά μου γύρισε, αλλά σκέφτηκα πως ίσως έτυχε, ίσως πέταξε μέχρι εδώ για κάποιο λόγο άσχετο. Μπαίνω μέσα, τους ακούω να γελούν τα δυο τους. Άναψα ένα τσιγάρο, στάθηκα σιωπηλός στο χωλ, τους άκουγα να μιλάνε για πράγματα που μονάχα οι δυο τους φαίνεται να καταλάβαιναν, να θυμούνται αστεία από τη «χθεσινή τους έξοδο»—την οποία δεν ήξερα καν ότι υπήρξε.
Εκείνο το απόγευμα δε ρώτησα, δεν έδειξα τίποτα. Μόνο καθόμουν κι άκουγα, σαν τρίτος στη δικιά μου ζωή. Τα βράδια, από τότε, έπιανα να κάνω σενάρια μέσα στο μυαλό μου. Η Δήμητρα ένα φεγγάρι να ξεμακραίνει, ο Νίκος να γίνεται πιο απόμακρος—εκτός από τις ώρες που ήθελε εμένα, το αυτί μου, το «ναι ρε φίλε».
Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε όταν, ένα πρωί, η προϊσταμένη με ενημέρωσε ότι ο Νίκος της είχε δώσει ένα αναλυτικό «μνημόνιο» με δικά μου λάθη στη δουλειά. Μικρές αβλεψίες, αστείες, που βέβαια θα μπορούσε να τις κάνει κι ο καθένας. Όμως, εκείνος είχε φροντίσει να τις μαζέψει, να τις καταγράψει, και να τις παραδώσει τόσο σχολαστικά, που όλο το γραφείο με κοιτούσε πια σαν να ήμουν αδέξιος.
Εγώ, σάστισα. Με πήραν τα νεύρα, το φέρσιμο του ανθρώπου εκείνου το βρήκα προδοτικό και χυδαίο. Μέχρι και η Δήμητρα, όταν της το είπα, το πήρε αψήφιστα, «δεν μπορεί να το έκανε αυτό ο Νίκος, σίγουρα κάτι παρεξήγησες». Από εκείνη τη μέρα κατάλαβα: είχα χάσει έδαφος και στα δύο μου «στρατόπεδα». Όλα πήγαιναν στραβά, εκτός από το πρόσωπο του Νίκου, που στο γραφείο πια άστραφτε—φανερά πιο ασφαλής, πιο ευδιάθετος, πιο δημοφιλής αφού τώρα με είχαν εμένα για τον κουτό που δεν «έκανε focus στη δουλειά».
Κρατούσα το θυμό μου μέσα μου. Είπα, δε θα το ξεχάσω, δε θα κάνω μισό βήμα παραπάνω. Από τη μια ένιωθα ντροπή, από την άλλη κάτω από την καρδιά κάτι βούιζε—μια κακία που με τρόμαζε. Εγώ δεν ήμουν τέτοιος, ήθελα να μη γίνω ποτέ. Αλλά το βουητό, βουητό.
Έτσι κι αλλιώς, σιωπηλά παρατηρούσα. Άρχισα να βλέπω τις κινήσεις του Νίκου, να μιλάει στιχομυθίες στο γραφείο με άλλους, να χαζεύει τα σημειώματά μου, να εξαφανίζει ήσυχα ένα χαρτί, να βάζει μπρος ψιθύρους. Μαζεύω όλα τα ψιλά-ψιλά, με υπομονή. Αγόρασα ένα τετράδιο, κατέγραφα χωρίς να με βλέπει κανείς τα μικρά του χτυπήματα στους άλλους – πως έλεγε στη μία συνάδελφο ότι πρέπει να προσέχει τι φοράει γιατί σχολιάζουν πίσω της, πώς έσπρωχνε τον άλλο να πει ψεύτικες δικαιολογίες όταν άργησε, πώς τάιζε την προϊσταμένη ψεύτικες ενημερώσεις για τα μπόνους.
Το κλειδί όμως ήταν αλλού—ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Νίκος κρατούσε σημειώσεις για τα πάντα, φάκελο για τον καθένα. Όχι μόνο εμένα. Έφερε μια μέρα κατά λάθος στη δουλειά ένα φλασάκι—τσαμπουκαλεύτηκε που του μίλησα τρυφερά με αστείο τρόπο, μου πέταξε ένα στικάκι να δούμε κάτι «αστείο». Ε, το ξέχασε πάνω στο γραφείο μου ως το τέλος της βάρδιας. Και μέσα, από περιέργεια, το άνοιξα: υπήρχαν αρχειάκια με παλιές παρατηρήσεις για δεκάδες άτομα, λεπτομέρειες, ημερομηνίες, προτιμήσεις, μικρο-παραστρατήματα. Ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Δεν χάρηκα, σε λέω αλήθεια, γιατί ένιωσα τύψεις που το είδα. Αλλά ταυτόχρονα, κατάλαβα τι είχα να κάνω. Δεν αντέχεις να σε κάνει κάποιος ρουφιάνο, κι εγώ έπρεπε να φερθώ σαν άνθρωπος που θέλει το φως, όχι το σκοτάδι.
Πέρασε καμιά εβδομάδα. Ήρθε το μεγάλο καλοκαιρινό meeting—όλο το γραφείο εκεί, και φυσικά ο Νίκος να μιλάει πρώτος-πρώτος για το πόσο χαίρεται που δουλεύουμε ως ομάδα. Σηκώθηκα, με ήρεμη φωνή, και είπα: «Πριν συνεχίσουμε, θα ήθελα να διαβάσω μια σκέψη, μια δική μου απορία. Πώς θα νιώθαμε αν ξέραμε ότι κάποιος κρατάει προσωπικό αρχείο για όλους μας, με ψιλοαδιάφορα λάθη, στιγμιότυπα, σχόλια;». Πάγωσε το γραφείο.
Η προϊσταμένη ζήτησε εξηγήσεις, εγώ δεν αποκάλυψα τίποτα παραπάνω—αλλά ψιθύρισα σε τρεις-τέσσερις, ήσυχα, πού βρήκα το φλασάκι, και πώς ο Νίκος μάζευε ψίχουλα. Σε λίγες μέρες όλοι είχαν μάθει, μαγικά, κι όλοι του γυρνούσαν την πλάτη. Η Δήμητρα έμαθε τη δραστηριότητα του «φίλου». Δεν του μίλησε ξανά. Ο Νίκος προσπάθησε να με κατηγορήσει, αλλά κανείς πια δεν τον πίστευε.
Δεν χάρηκα, ούτε ένιωσα ή
