Ιστορίες Εκδίκησης – Ο προαγωγός που έχτισε την καριέρα του με τις δουλειές των άλλων
Ξέρεις, όλοι λένε πως στη δουλειά πρέπει να κρατάς αποστάσεις, να μη δίνεσαι, να μην αφήνεις πολλά-πολλά να σε πειράξουν. Εγώ δεν το ’χα αυτό. Πάντα ρε παιδί μου ήμουν ανοιχτός, έδινα, βοηθούσα, έβαζα πλάτη. Πίστευα στη συνεργασία, κι ακόμα το πιστεύω – μόνο που τότε, πριν από τέσσερα χρόνια, έμαθα κι εγώ το μάθημά μου, με δύσκολο τρόπο.
Δούλευα σε μια εταιρεία με λογισμικά, γραφείο στο κέντρο, Θεσσαλονίκη. Από νωρίς ξεχώρισα τη Μαρκέλλα. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή μου, αλλά πιο έμπειρη με τα projects, χάρη της οργάνωσης, εξυπνάδας και του γοητευτικού τρόπου που είχε να φέρνει τους πελάτες με το μέρος της. Δεν τη φοβόμουν, αντίθετα, ήλπιζα να μάθω πράγματα. Στην αρχή ήρθε εκείνη κοντά μου – με πήρε σε δυο-τρία meetings, μου έδινε σημειώσεις, πάντα αυτό το δήθεν χαμόγελο. “Ό,τι χρειαστείς, εδώ είμαι”, μου έλεγε. Και γώ, σαφής νιόβγαλτος, άνοιξα την καρδιά μου.
Όταν ξεκίνησαν τα σοβαρά, την πλήρωσα ακριβά. Δούλεψα πάνω σ’ ένα project που όλοι έλεγαν πως θα πήγαινε άσχημα – δύσκολος πελάτης, ομαδική εργασία, ασφυκτικά deadlines. Εγώ έμεινα μέχρι αργά, έχασα προσωπικές στιγμές, τσάκωσα και το στομάχι μου απ’ το στρες. Και όμως το σώσαμε το project με πείσμα και αρκετό κόπο από μένα κυρίως. Τελικά στη μεγάλη παρουσίαση, τα εύσημα – όπως τα φανταζόμουν εγώ τουλάχιστον – τα πήρε η Μαρκέλλα. Με είδε από μακριά, μου έκλεισε το μάτι κι είπε στον διευθυντή: “Χωρίς την ομάδα, τίποτα. Εγώ τους κατεύθυνα”.
Και γω έμεινα να κάνω handshakes και κλείσιματα υπολογιστών. Όταν πήγα σπίτι, είχα μια περίεργη γεύση στο στόμα. Δεν το είπα πουθενά, ούτε στους φίλους μου. Το κράτησα μέσα μου, σα γδάρσιμο.
Μεγάλη ήττα δεν ήταν – απλά το πρώτο τσίμπημα. Από τότε γίνονταν όλα πιο ύπουλα: άρχισε να “δανείζεται” ιδέες μου σε meetings, τύπου “ο Αντώνης έριξε μια ωραία πάσα, εγώ λέω να το κάνουμε έτσι!”, και πάντα να εμφανίζεται εκείνη ανταγωνιστική, ενώ στο διάλειμμα φερόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Σε ένα μήνα είχε πάρει την προαγωγή στο project management· εγώ παρέμεινα junior. Μου ζήτησε να της φτιάξω μια ανάλυση πελάτη για ένα μεγάλο νέο πρότζεκτ. Έκατσα, έκανα τίμιο ξεψάχνισμα, της έστειλα το έγγραφο, και στη σύσκεψη με όλους, είδα ότι παρουσίασε την ανάλυσή μου σα δική της. Ύστερα με χτύπησε στη πλάτη. Μπορείς να πεις ό,τι θέλεις – εγώ ένιωσα σα να με φτύνει κατάμουτρα με το χαμόγελο.
Αυτή η αδικία με έτρωγε όλο και πιο πολύ. Πέρασε καιρός – κάνα εξάμηνο – και έβλεπα ότι κι άλλοι σιγά-σιγά δυσανασχετούσαν. Η ίδια ιστορία: άρπαζε τη δουλειά των άλλων, μιλούσε για ομαδικότητα, αλλά στην ουσία ήταν ατομίστρια. Η εταιρεία πάντως κέρδιζε, οι πελάτες έμεναν ευχαριστημένοι, κι ο διευθυντής δεν ασχολούνταν με τη “μικροπολιτική”.
Εγώ ήξερα, όμως, πλέον πώς να κινηθώ. Δεν έβαλα τις φωνές, δεν πήγα να την ξεφωνίσω ή να κάνω φασαρία – αυτά είναι για τους άλλους. Εγώ το πήγα αργά, ήσυχα και με υπομονή. Περίμενα το λάθος της. Το ήξερα πως κάποια στιγμή θα πιαστεί “με τη γίδα στην πλάτη”.
Κι ήρθε, φίλε μου, από εκεί που δεν τό ‘περιμενα. Ήταν στο μεγάλο διαγωνισμό του δημόσιου τομέα για ένα καινούριο software στην Περιφέρεια. Είχα πληροφορίες από φίλο που ήξερε ακριβώς τι τεχνικά specs ήθελαν. Τα δούλεψα μέρες, σπίτι, βράδια – μόνος. Δεν έδινα λογαριασμό ούτε στη Μαρκέλλα, ούτε σε κανέναν. Έστειλα ανώνυμα, μέσω εταιρικού mail, το σωστό κλειδί παρουσίασης στην ομάδα, χωρίς το όνομά μου.
Την επομένη, η Μαρκέλλα μπήκε σα θριαμβεύτρια στο γραφείο. Κάθισε, παρουσιάζοντας όλο το υλικό που είχα δώσει εγώ ανώνυμα και το πέρασε πάλι για δικό της – όπως πάντα. Το πράγμα όμως ήταν διαφορετικό αυτή τη φορά. Γιατί στο υλικό, είχα κρύψει μια “παγίδα”: ένα τεχνικό ψεγάδι, τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά, που μόνο κάποιος πραγματικά γνώστης μπορούσε να εντοπίσει. Κι ήξερα πως μόνο εγώ θα το εντόπιζα, αν ερχόταν εκείνη η ερώτηση από την Επιτροπή.
Στο κρίσιμο meeting ήταν και ο Γενικός Διευθυντής. Αρχίζουν μια και δυο ερωτήσεις – και η Μαρκέλλα απάντησε με τις “δικές της” γνώσεις. Μόλις όμως ρώτησαν για το συγκεκριμένο σημείο – το bug που είχα γράψει εσκεμμένα – εκείνη τα ‘χασε τελείως. Άρχισε να μασάει λόγια, είπε κάτι ασυναρτησίες. Η Επιτροπή κοίταξε περίεργα, γιατί ήταν το πιο βασικό κομμάτι ασφάλειας και έπρεπε να το είχε ελέγξει.
Άρχισε ψιλοχάος. Ο Διευθυντής με βλέπει, μου λέει, “Εσύ που ήσουν στο project, άμα μπορείς εξήγησέ το”. Ακινήτως έπαιρνα το λόγο, εξηγούσα βήμα-βήμα πώς θα μπορούσε να λυθεί το θέμα και τι πραγματικά έπρεπε να γίνει, χρησιμοποιώντας εκείνη ακριβώς τη γνώση που είχα κρατήσει για μένα.
Η Μαρκέλλα πάγωσε. Δεν μπήκε ποτέ στη συζήτηση. Έμεινε να κοιτάει τα χαρτιά της, σα να γυρεύει αντρίκιο πάτημα. Ο Διευθυντής ρώτησε, “Ποιος το έτοιμασε αυτό το υλικό τελικά;” Κι εγώ του άφησα μια σιωπή, ούτε που είπα πολλά. “Κάποιος που ήξερε”, απάντησα αργά.
Εκείνη τη βδομάδα, το κλίμα στο γραφείο άλλαξε. Άλλος αέρας. Οι υπόλοιποι έβλεπαν αλλιώς τη Μαρκέλλα, ξαφνικά κανείς δεν την εμπιστευόταν τυφλά. Για πρώτη φορά τής πήραν projects, της φύλαγαν απόσταση. Ο Διευθυντής άρχισε να ρωτά την ομάδα πρώτα, και άφηνε εκείνη τελευταία. Στη δική μου προαγωγή, εκείνη δεν μου μίλησε ποτέ ξανά.
Δεν θριάμβευσα. Δεν άλλαξα χαρακτήρα ούτε ήθελα να της κάνω κακό. Απλώς της έκοψα την εύκολη διαδρομή και αποκάλυψα σε όλους αυτό που οι πιο πολλοί υποψιάζονταν, αλλά φοβούνταν να πουν.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.
