Ιστορίες Εκδίκησης – Η Σταυρούλα, τα χαμένα έγγραφα και η παγίδα γραφείου
Ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Να σε κοροϊδεύει κάποιος κατάμουτρα και να σε κάνει να αμφισβητείς τον ίδιο σου τον εαυτό. Να νιώθεις βλάκας—όχι επειδή έκανες κάτι, αλλά γιατί ήσουν αφελής, γιατί εμπιστεύτηκες. Κάτι τέτοιο έζησα πριν πέντε χρόνια, σε εκείνη τη μικρή δικηγορική στην πλατεία Βικτωρίας. Ένα γραφειάκι, έξι άτομα, όλοι τους ήμασταν λες και ζούσαμε μαζί – τρώγαμε παρέα, γελούσαμε, κάπνιζε ο ένας στα νεύρα του άλλου. Κι όμως, αυτά τα μικρά περιβάλλοντα κρύβουν τα μεγαλύτερα φίδια.
Ας σου μιλήσω για τη Σταυρούλα. Παλιοσειρά, δέκα χρόνια παραπάνω εμπειρία, χαμόγελο πάντα στη θέση του, φωνή ήσυχη κι “ενδιαφερόμενη”. Πρώτη μού ‘δειξε πώς να γράφω ένσταση, πώς να μιλάω στους πελάτες. Σκέφτηκα: βρήκα ξάδερφη της μάνας μου στο επάγγελμα, να με υποστηρίζει. Ένα μήνα μετά τον διορισμό μου, το αφεντικό μου δίνει ένα φάκελο με μια δικογραφία απλή, να δοκιμαστώ. Και γίνεται το εξής: κάποια χαρτιά εξαφανίζονται. Κάποια πράγματα, για τα οποία ευθύνη τυπικά είχα εγώ. Κι έγινε το μπαμ: μπροστά σε όλο το γραφείο – και τον ίδιο τον πελάτη – η Σταυρούλα με έβγαλε άχρηστο, χρεώνοντάς μου πως δεν έκανα ποτέ τη σφαιρική καταγραφή που ήταν να γίνει. Τέρμα ψύχραιμη, σχεδόν μητρική, σα να ήθελε να «μου δώσει ένα μάθημα» για το καλό μου, ενώ εγώ δεν ήξερα πού να κρυφτώ από ντροπή. Εκείνη τη μέρα, γύρισα σπίτι και ένιωθα σα να μίκρυνα μπροστά της – σα να ήμουν νεοσύλλεκτος σε σκοπιά και να με ξεφτίλιζε ο λοχίας.
Πέρασαν μέρες. Ένα-ένα έβγαιναν στην επιφάνεια κι άλλα λάθη – πάντα στα δικά μου γραπτά, πάντα στις δικές μου υποθέσεις. Μέχρι που έμαθα να κοιτάω πίσω απ’ την πλάτη μου. Να φυλάω κάθε έγγραφο, να κρατάω αντίγραφα, να κοιτάζω ακόμα και το ντουλαπάκι με τα στυλό μ’ ένα μάτι παραπάνω. Έγινα κουμπωμένος – έπαψε να μου μιλάει χαλαρά, ήμουν πια το καινούριο αγκαθάκι που βγήκε. Μόνο που δεν έβγαζα κουβέντα: πάγος, παγωμένο χαμόγελο, και δουλειά ασταμάτητη.
Τρεις μήνες κράτησε αυτό το παιχνίδι – να εξαφανίζει πράγματα από το γραφείο μου, να παριστάνει την προστάτιδα στο αφεντικό όταν ξεθύμαινα. Δεν είπα κουβέντα πουθενά – ούτε στους γονείς μου ούτε στους φίλους μου, να μου πουν «σήκω φύγε». Δεν ήθελα να ομολογήσω ήττα, δεν ήθελα να φύγω κυνηγημένος. Μια μέρα την έπιασα—να κλείνει δικά μου χαρτιά στο συρτάρι της. Σε ανύποπτο χρόνο, έκανα πως δεν είδα. Άσε – σφίχτηκα, έτριξα τα δόντια, και το πήρα απόφαση: ή θα αντέξω και θα πάρω το αίμα μου πίσω, ή θα φύγω και θα είμαι πάντα ο άχρηστος που τον πάτησαν.
Εκείνη την περίοδο έπεσε στα χέρια μου από το αφεντικό μια σημαντική υπόθεση – μια διαθήκη που ήθελε “μηχανισμό ασφαλείας”. Κάθισα, έμαθα το φάκελο απέξω, έγραψα σημειώσεις, έφτιαξα δεύτερα και τρίτα αντίγραφα. Όμως, φρόντισα να μην τα έχω όλα μαζί – σκορπισμένα σε τρεις φακέλους. Το πρωτότυπο μόνο το αφεντικό, κι εγώ δυο καλά κρυμμένα αντίγραφα. Και το σημαντικότερο – έβαλα μέσα ένα χαρτί που δεν αφορούσε την υπόθεση, αλλά έδειχνε ολοφάνερα μια τάχα σοβαρή «αστοχία». Έγραφα δήθεν πως έκανα εγώ ένα τεράστιο λάθος, που τροποποιούσε τα δεδομένα της υπόθεσης, ένα χαρτί-δόλωμα.
Άφησα το φάκελο πάνω στο γραφείο μου—χαλαρός, σχεδόν αδιάφορος. Ήξερα πια, από κινήσεις και βλέμματα, πότε θα πιάσει κάτι. Ξόδεψα δύο μέρες κοιτώντας σε ποια φάση χώνεται, πότε ζητάει φωτοτυπία και πότε ψάχνει “για λογαριασμό του αφεντικού”. Μια Τετάρτη μεσημέρι, την έπιασα με το χαρτί στο χέρι της, να διαβάζει και να χαμογελάει μόνη της. Ήξερα πως θα το πασάρει σωστά, πάντα προσεκτική.
Περνάει μια βδομάδα, και περιμένω. Μέσα σ’ αυτόν τον καιρό, φρόντισα κι έριξα ένα διακριτικό hint στο αφεντικό ότι πρέπει να παίρνονται έξτρα προφυλάξεις: “Ξέρεις, κύριε Αλέκο, πάντα υπάρχουν διαρροές, εγώ κρατιαέμαι να μην αφήνω τα χαρτιά μου πουθενά πια…” Πράγματι – δε φάνηκε να ‘δωσε πολλή βάση, αλλά κράτησε μια δεύτερη υποψία.
Τη Δευτέρα το πρωί, γίνεται το σκηνικό. Με φωνάζουν να πάνε κατευθείαν για την υπόθεση, και πέφτει η… “βόμβα”: ένα ψευτοχαρτί που τάχα καταστρέφει τη θέση του πελάτη, εμφανίζεται στο τραπέζι από τη Σταυρούλα. “Γιατί ο κύριος τοποθέτησε αυτό το λάθος στο φάκελο;”, ρωτάει το αφεντικό. Είναι έτοιμη να με αδειάσει μπροστά σε όλους, με το γνωστό υφάκι.
Γυρνάω ήρεμος, “Λυπάμαι, κύριε Αλέκο, αλλά αυτό το έγγραφο είναι καθαρά προσχέδιο – κι αν δεν κάνω λάθος, το είχα σε δικό μου φάκελο που εξαφανίστηκε πριν λίγες μέρες. Έχω εδώ τα πρωτότυπα και τις επίσημες καταγραφές…” και τους ανοίγω το ντουλάπι μου φέρνοντας όλα τα χαρτιά—στην ώρα τους, τακτοποιημένα, με ημερομηνίες και αριθμούς. Η Σταυρούλα σαστίζει. Λέει “Δεν καταλαβαίνω”. Το αφεντικό δε μιλάει στην αρχή, αλλά κοιτάει μια εμένα, μια εκείνη. “Έχεις άλλη δουλειά”, της λέει ξερά. Μετά με ρωτάει ήρεμα πού τα βρήκα τα χαρτιά μου – κι εγώ λέω ψύχραιμα πώς έμαθα να μη τα αφήνω πουθενά πλέον. Φεύγω από το γραφείο, πάω τουαλέτα, χαμογελάω για πρώτη φορά μήνες.
Από εκείνη τη μέρα, η Σταυρούλα έχασε κάθε εξουσία στο γραφείο. Ό,τι κι αν έλεγε, είχε πάντα δίπλα της έναν από μας να τσεκάρει—η εμπιστοσύνη εξαφανίστηκε. Τρεις μήνες μετά, το αφεντικό της έδωσε δυο υποθέσεις «εκτός», κι εκείνη παραιτήθηκε. Δεν ξαναέμαθα ποτέ νέα της. Εγώ γλίστρησα αθόρυβα στην κανονικότητα—αλλά κράτησα εκείνο το σφίξιμο καλά φυλαγμένο, μπας και χρειαστεί ξανά.
Η ιστορία αυτή είναι για κάποιον που νομίζει πως μπορεί να γκρεμίσει την αξιοπρέπεια του άλλου χωρίς τιμωρία. Στο τέλος, η αλήθεια σερβίρεται κρύα και ήσυχα, χωρίς φωνές ή θυμούς. Κι εσύ μένεις όρθιος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.
