Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή τιμωρία της κολλητής μου στη Θεσσαλονίκη

Ξέρεις, όλο λένε να ξεχνάς και να συγχωρείς, αλλά υπάρχουν τραύματα που θάβονται τόσο βαθιά που κάποια στιγμή βρίσκουνε τρόπο και σκάβουν να βγουν από μόνα τους. Όταν το καλοσκέφτομαι, μάλλον αυτό έπαθα κι εγώ, όταν η Κική, κολλητή απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια, έκανε αυτό που έκανε πίσω απ’ την πλάτη μου.

Η ιστορία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, γύρω στο 2014. Εγώ και η Κική γνωριστήκαμε σχολή, ήμασταν αχώριστες – ό,τι είχαμε, μυστικά, αγωνίες, ελπίδες, πλάνα, τα μοιραζόμασταν. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Εκείνο το καλοκαίρι, μεταξύ πτυχίου και “τι θα κάνουμε στη ζωή μας”, βρήκα μια δουλειά σε ένα café-bar στην Καμάρα. Φοιτητικά λεφτά, λίγα, ίσα για να περνάνε οι μέρες κι οι μπύρες.

Κι η Κική; Εκείνη σπάραζε πως “τίποτα δεν μπορώ να βρω, πώς θα βγει ο μήνας, τι θα πω στους γονείς”. Εγώ, έτσι όπως ήμουν πάντα ανοιχτή, χωρίς δεύτερη σκέψη, τη σύστησα στη δουλειά, παρακάλεσα το αφεντικό να την πάρει κι αυτή. Τα καταφέραμε κι οι δυο, κάναμε και νυχτερινά και πρωινά, γελούσαμε, τα λέγαμε κρυφά στην κουζίνα όταν έσκαγε πολλή δουλειά. Ήρθε κι ο Μάξιμος, το καινούριο παιδί. Κι εκεί άρχισε λίγο λίγο να αλλάζει το σκηνικό.

Ο Μάξιμος ήταν ωραίος, δεν μπορώ να πω. Ψηλός, χαμογελαστός, αυτό το κάτι ρε παιδί μου που τραβούσε την προσοχή. Πήρα το θάρρος κι άρχισα να του μιλάω. Ήταν δύσκολος, δεν πολυμιλούσε, αλλά κάποια στιγμή, μάλλον τον έπεισα. Και πριν καλά καλά ζεσταθούμε, λέω κάποια βράδια στην Κική τα σχετικά – όχι από ζήλια, αλλά από χαρά, να της πω πως κάτι μου κινείται.

Φτάνει λοιπόν ένα Σάββατο, μετά το κλείσιμο, καθόμαστε οι τρεις τελευταίοι να τα πούμε και λίγο παραπάνω. Παραγγέλνουμε ποτά, γέλια, ιστορίες και ξάφνου η Κική ανακοινώνει με χαμόγελο: “Έλα, να τα πω για να μην τα μάθεις από αλλού — με τον Μάξιμο τα έχουμε!” Κάγκελο εγώ. Τα έχασε λίγο κι ο ίδιος, ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Ρωτάω ψύχραιμα, χωρίς πρόσωπο, “Πότε έγινε αυτό;” κι απαντάει εκείνη ήρεμα ότι από την περασμένη εβδομάδα βγαίνουν συνέχεια, ίσως έπρεπε να μου το είχε πει νωρίτερα, αλλά… “είναι λεπτά ζητήματα”.

Δεν ξέρω πώς έφτασα σπίτι. Το μόνο που θυμάμαι ήταν πως φύλαξα εκείνη τη ντροπή για μέρες μέσα στο στομάχι μου. Προδοσία; Ίσως. Ίσως απλά να είμαι αφελής. Δε μίλησα σε κανέναν – όχι γιατί δεν μπορούσα, αλλά γιατί δεν ήθελα να μιλήσω άσχημα για εκείνη. Δεν έκανα καμιά σκηνή, ούτε σ’ αυτήν, ούτε στον Μάξιμο. Απλά ήμουν ψύχραιμη, κρύα.

Πέρασαν έτσι δυο βδομάδες. Η δουλειά ακροβάτησε στα όρια: αυτή να με κοιτάει λοξά, αυτός να μην τολμάει κουβέντα. Έβραζε το αίμα μου, αλλά κατάπινα λόγια και γκριμάτσες. Μέχρι που ήρθε εκείνη η Τετάρτη. Κάθισα σπίτι, ανέλαβα λίγο ψύχραιμα να σκεφτώ, τι με πείραξε πραγματικά; Όχι ο Μάξιμος – δεν ήθελα τίποτα τέτοιο, τουλάχιστον όχι ώσπου να μάθω το άλλο της πρόσωπο. Μετά, μου στρίβει μια ιδέα: Αν θέλει η Κική να κάνει πράγματα από πίσω μου, ας δει πώς είναι να μαθαίνει τα νέα της απ’ τους άλλους.

Δε λέω ψέματα, δεν πάω να τη βλάψω απ’ ευθείας. Απλά αρχίζω να διηγούμαι παντού μια μικρή ιστορία. Σε κάθε φίλο, σε κάθε γνωστή, στην άλλη βάρδια… Το ίδιο αφήγημα, χαμηλόφωνα, χωρίς θυμό: “Να δεις, ρε, η Κική είναι πολύ καλή στη δουλειά, αλλά τελευταία το έπαιξε μάγκας, πήγε κι είπε του αφεντικού ότι εγώ αργώ στις παραδόσεις — σκέψου, μια φορά ήρθα πέντε λεπτά αργοπορημένη”. Το είπα τάχα ελαφριά, σαν ιστορία που δεν με πείραξε. Ούτε ένα όνομα δεν πρόσθεσα. Μόνο αυτό – ότι είπε κάτι πίσω απ’ την πλάτη μου, και μάλλον, λέω, το κάνει γενικά.

Πέρασαν μέρες και το πράγμα πήρε δρόμο. Σε μια βδομάδα τα μισά παιδιά στο μαγαζί τη ρωτούσαν “Εσύ το είπες στο αφεντικό;” κι αυτή, έβγαζε το λάδι να αποδείξει το αντίθετο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στριμώχτηκαν και με άλλες δύο, που βρήκαν αφορμή κάποια άσχημα που είχε πει γι’ αυτές. Κανείς δεν την κατηγορούσε, όλοι όμως κάπως κρατιόντουσαν από απόσταση.

Με τον καιρό έγινε κλίκα χωρίς αυτήν. Δε σταμάτησα να της μιλάω. Το αντίθετο, της φερόμουν πάντα ευγενικά, στα ίσια — τόσο, που δεν ήξερε από πού της ήρθε. Αλλά, όσο τραβούσε με τον Μάξιμο, τόσο ένιωθε πιο μόνη μέσα στο μαγαζί. Στο τέλος, παραιτήθηκε. Δεν είπα τίποτα, δεν πανηγύρισα. Ήρθε ένα βράδυ, πάνω στη βάρδια, άφησε ποδιά, μου είπε ήσυχα: “Σε πρόδωσα, το ξέρω. Και το πληρώνω.” Της είπα “Δε μου χρειάζονται εχθροί που δεν έχουν τα κότσια να το λένε στα ίσια, και φίλοι που φοβούνται να πουν την αλήθεια.” Δεν είπα τίποτε άλλο. Απλά, έφυγε.

Έμαθα μετά πως ο Μάξιμος ταίριαξε όντως με μία άλλη γκαρσόνα, σχεδόν αμέσως. Η Κική άλλαξε στέκι, άλλαξε δουλειά, κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι πότε τελικά είναι δικαιολογημένη η σιωπή κι η ψυχραιμία, αντί για φωνές και καυγάδες.

Σήμερα, αν με ρωτήσεις, νιώθω πως ήταν πιο πικρή η ικανοποίηση απ’ τη δικαίωση. Δεν είπα παραπάνω κουβέντες, απλά την άφησα να καταλάβει εκείνη, με το δικό της τρόπο. Και τελικά, ίσως αυτό να πονάει περισσότερο απ’ τις φωνές.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Χριστίνα.

You might also like