Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή πτώση της μεταφορικής του Μήτσου
Δεν είμαι από τους τύπους που κρατάνε απωθημένα, ή τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου μέχρι πριν από τρία καλοκαίρια. Όμως το καλοκαίρι του ’21, στα 38 μου, ένιωσα πρώτη φορά τι πάει να πει να σε προδώσουν έτσι, κατάμουτρα, και μάλιστα από άνθρωπο που θεωρούσες δικό σου. Δούλευα ήδη τέσσερα χρόνια σε μια μικρή μεταφορική στο Μενίδι, οικογενειακή φάση, οι μισοί πελάτες συγγενείς του αφεντικού, Μήτσο τον λένε τον τύπο. Ήξερα ότι το χρήμα δεν ήταν ποτέ καθαρό εκεί μέσα, αλλά είπα, δουλειά είναι, όλοι για το μεροκάματο παλεύουμε.
Με τον Μήτσο ψιλοδέσαμε από νωρίς. Ήξερε πως έχω ανάγκη, τόσο απλά. Δύο πιτσιρίκια εγώ, διαζευγμένος, χρέη στο κεφάλι μου, ο Μήτσος μου έδινε δυο κατοστάρικα έξτρα για διπλοβάρδιες, με έπιανε κουβέντα, μου έλεγε θα σε στηρίξω εσένα, ξέρεις να κρατάς μυστικά, είσαι δικός μας.
Περίμενα να έρθει κι αυτό το καλοκαίρι — ξέρεις πώς γίνεται, τον Αύγουστο τα φορτία φεύγουν για χωριά, ο τζίρος διπλός, λεφτά καλά για όλους. Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω γιατί, ο Μήτσος αρχίζει να μου κάνει παρατηρήσεις από το πουθενά. “Έχασες χαρτιά”, “άργησες να παραδώσεις”, “δεν κλείδωσες το φορτηγό”. Μου φάνηκαν περίεργα, αλλά χάρηκα ακόμα όταν μου ανακοίνωσε πως θα με βάλει υπεύθυνο αποθήκης για τρεις βδομάδες που θα ‘λειπε. Φαντάστηκα πως ήταν η ευκαιρία μου να ανέβω — αν τα κατάφερνα, θα ΄χε να λέει.
Την τελευταία μέρα που γύρισε, με παίρνει τηλέφωνο πρωί πρωί. “Έλα στο γραφείο”. Με περίμενε με κρύο βλέμμα, κάτι χαρτιά πάνω στο τραπέζι. “Ξέρεις τι είναι αυτά;”, μου λέει και μου κοτσάρει ένα χαμόγελο που δεν το ‘χα ξαναδει ποτέ πάνω του. Ήταν όλα τα φυλλάδια παραγγελιών που είχα χειριστεί, μόνο που σε μερικά υπήρχαν κάτι… “λανθασμένα” ποσά, κάτι “χαμένες” υπογραφές. “Λυπάμαι Γιώργο, δεν μπορώ να έχω ανθρώπους που να λείπει το χέρι τους απ’ το ταμείο”.
Έτσι απλά. Από τη μια μέρα στην άλλη, έμεινα ξεκρέμαστος. Χωρίς καμιά προειδοποίηση. Μέσα σ’ ένα βράδυ κυκλοφόρησε η φήμη σε όλο το Μενίδι κι ακόμα παραπέρα: “Ο Γιώργος πιάστηκε να κλέβει”. Ήξερα πως δεν έβαλα ποτέ μου το χέρι στο ταμείο. Ήξερα όμως κι ότι μου τη ‘χαν στήσει, γιατί ο Μήτσος έβγαζε λεφτά μαύρα, δίχως φιλότιμο, και κάθε χρόνο έπρεπε να ρίξει το φταίξιμο κάπου. Χαζό ήταν να προσπαθήσω να το αποδείξω — ό,τι και να έλεγα, θα έβγαινα ψεύτης. Έσφιξα τα δόντια, πήρα το δρόμο για το σπίτι, σιωπηλός. Δεν είπα κουβέντα σε κανέναν.
Πέρασε καιρός έτσι. Έψαχνα για δουλειά, πάντα στους ίδιους δρόμους, είχα χάσει την όρεξή μου. Μια φορά στη λαϊκή γνώριμα πρόσωπα μου γύρισαν την πλάτη. Η μάνα μου με κοίταγε όλο απορία, “τι έγινε παιδί μου και δε βρίσκεις δουλειά;”. Δεν άντεχα να της πω. Ήθελα να ξαποστάσω στα παλιά, αλλά δεν μπορούσα να φανώ αδύναμος.
Άρχισα να παρατηρώ διακριτικά. Κάθε τόσο έβλεπα στην καφετέρια τον Σάκη, τον λογιστή της εταιρείας τού Μήτσου. Και κάπου εκεί ξεκίνησε το σχέδιο. Με πληγώνει να πω ότι ήταν εκδίκηση. Δεν το σκέφτηκα έτσι στην αρχή — μάλλον σαν διόρθωση της αδικίας το έζησα. Είχα ανάγκη να βγω από το βούρκο που με είχαν χώσει.
Έπιασα κουβέντα με τον Σάκη: σιγά-σιγά, στο πόδι, δίχως πολλά-πολλά. Ένα τσιγάρο, μια μπύρα, μικρή κουβέντα. Του άφηνα να καταλάβει πως μου λείπει η παρέα, πως δεν έχω πού να πάω, πως ένα κρασί θα το πίναμε αν ήθελε. Μεγάλο στόμα ο Σάκης, αλλά φοβισμένο βλέμμα, ήξερα πως αν είχε ξέρει όσα ήξερα για τα λογιστικά τρικ του Μήτσου, θα ‘χε φύγει τρέχοντας. Δεν ήθελα να τον μπλέξω, μόνο να του δώσω να καταλάβει κάτι.
Μια μέρα του άφησα «κατά λάθος» να πέσει από την τσέπη μου ένα παλιό απόκομμα ταμείου με κάτι δικά του αρχικά πάνω — παλιά ιστορία, ένα διπλό τιμολόγιο που είχα δει φευγαλέα, όμως ίσα να σου καρφώσει την αμφιβολία αν φτάσει στα σωστά (ή λάθος) αυτιά. Είδα πως αγχώθηκε. Την επόμενη εβδομάδα έμαθα απ’ τους παλιούς, πως ο Σάκης άρχισε να ρωτάει για παλιές ελλείψεις, έκανε σβούρες στα γραφεία, έψαχνε συμβόλαια. Ήξερα πια πως είχε μπει το σκουλήκι.
Για δυο μήνες κράτησα το στόμα μου κλειστό. Όποτε με συναντούσε κανείς, μιλούσα μόνο για το πόσο εκτιμούσα το αφεντικό, πως ήταν γενναιόδωρο κι «όλοι κάνουν λάθη». Έκοψα τους χαρακτηρισμούς, ακόμα κι όταν οι φήμες για τη μεταφορική άρχισαν να βγαίνουν προς τα έξω. Λίγα λόγια, πολλή σιγή. Οι παλιοί πελάτες άρχισαν να γκρινιάζουν — κάτι για αργοπορίες, για λάθη, υπήρξαν ψίθυροι και για ελέγχους απ’ την εφορία. Ένας-ένας απομακρύνθηκαν κι οι υπάλληλοι του Μήτσου, φεύγαν σαν να διαισθάνονταν ότι το καράβι βουλιάζει.
Δεν έκανα τίποτα παραπάνω. Καμία φωνή, καμία καταγγελία. Το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω το στόμα μου κλειστό όταν ήρθαν να μου ζητήσουν «συγνώμη αν σε αδικήσαμε Γιώργο, ξέρεις πώς είναι αυτά». Ήξερα: Ήταν το ίδιο σιωπηλό μαχαίρι που μ’ είχαν χτυπήσει. Το άφησα να γυρίσει από μόνο του.
Το καλοκαίρι που πέρασε, η μεταφορική του Μήτσου έκλεισε — το Μενίδι μιλάει ακόμα, λένε πολλοί πως «ήταν θέμα χρόνου». Η φήμη για μένα κάπως μαλάκωσε. Στο καφενείο με κερνάει τώρα η μισή γειτονιά. Δεν λέω πολλά — ποιος ξέρει τι απ’ όλα είναι αλήθεια και τι ψέμα; Αλλά ένα πράγμα ξέρω στα σίγουρα: κάποιες φορές, η μεγαλύτερη εκδίκηση είναι να πεις το απόλυτο τίποτα και να περιμένεις να καταρρεύσουν μόνοι τους.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
