Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή δικαιοσύνη του Μανώλη στην δουλειά

Να σου πω κάτι, ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που έψαχνε την εκδίκηση, ούτε και αυτό που λένε «να βρω το δίκιο μου». Πιο πολύ τα κράταγα μέσα μου, να μη δείξω πως με πείραξε. Μέχρι που μου έτυχε αυτό με τον Άρη και κατάλαβα πως μερικά πράγματα, αν τα αφήσεις να περάσουν έτσι, στο τέλος τρώνε εσένα, όχι τον άλλον.

Λοιπόν, ήτανε πριν τέσσερα χρόνια. Δουλεύαμε μαζί εφτά χρόνια στον ίδιο χώρο, μια μικρή εταιρεία κατασκευών στον Βύρωνα. Ώρες, κούραση, καθημερινά μαζί – τσιγάρα στο μπαλκόνι, καφέδες, χαβαλές. Ο Άρης έμοιαζε φίλος, όχι μόνο συνάδελφος. Άμα τον κοίταζες, έβρισκες το σόι άνθρωπο που προσφέρθηκε να σε πάει σπίτι μ’ αμάξι όταν ξέμεινες, να σου δώσει μισό τοστ απ’ το δικό του άμα ξέχασες φαγητό. Τόσο καλά.

Εγώ ήμουν ο μοναδικός που είχε συγκεντρώσει όλα τα αρχεία του τελευταίου έργου – ήξερα απ’ έξω κι ανακατωτά τι γίνεται με τον κάθε πελάτη, τα τιμολόγια, τις παραγγελίες. Δεν σ’ το λέω για να παινευτώ˙ απλά το πράγμα έβγαινε φυσικά, γιατί όλοι οι υπόλοιποι κάνανε τα ελάχιστα, κι εγώ μπορούσα να τα φέρω βόλτα. Ώσπου μια μέρα μαθαίνω πως θα μπει καινούριος προϊστάμενος, και λένε θα ’ναι εσωτερική προαγωγή.

Γελάμε, κάνουμε χαβαλέ με τον Άρη. «Δε θα κάνεις αίτηση;» του λέω. Μου λέει, «Άστα αυτά, αυτά είναι για άλλους». Εγώ ακόμα πιο χύμα, λέω να μην μπλέξω. Περνάει καιρός, τίποτα. Κάποια μέρα μαθαίνω πως προϊστάμενος πήγε να βγει ο Άρης. Έκανε αίτηση κρυφά κι από μένα, και το ακόμη καλύτερο, χρησιμοποίησε τη δουλειά ΜΟΥ! Έβαλε κάτω αυτά που είχα ετοιμάσει εγώ, παρουσιάσεις, τσακ μπαμ φτιαγμένες, και τα παρουσίασε σαν δικά του. Πάω να πω κάτι, και η απάντηση: «Έλα μωρέ, όλοι κάπως βοηθήσαμε εδώ…» με ένα γελάκι.

Ε, να με τρως με το κουταλάκι. Είχα ανάψει μέσα μου, αλλά απ’ έξω τίποτα. Δεν είπα κουβέντα. Πήρα τον πόνο μου σπίτι, βγάζω τα νεύρα μου εκεί, ούτε γυναίκα δεν ήξερε τι είχε γίνει. Στη δουλειά, έκανα τον χαζό. Ένα βλέμμα σε κάθε meeting, και τον έβλεπα να φουσκώνει και να κομπάζει σαν παγώνι. Πήρε τη θέση, άρχισε τα αφεντικά, μπηχτές, πολλά μπράβο στους άλλους, αλλά εμένα με είχε γραμμένο.

Κράτησα δύο μήνες. Εκεί άρχισα να το στήνω μέσα μου, αλλά δεν είχα σκεφτεί ακόμα το πώς. Είδα όμως πως κάθε πέντε μέρες, μου πέταγε κι ένα «Πού είναι εκείνα τα αρχεία; Θυμάσαι τι έγινε σ’ εκείνη τη δουλειά;» χωρίς να θέλει να φανούν τα κενά του μπροστά στους άλλους. Κι εγώ κράταγα τα κλειδιά, καταλαβαίνεις.

Έτσι άρχισα να καταγράφω όλα τα λάθη που έκανε – τίποτα χονδρά, μικρά στραβοπατήματα σε projects, meetings που ακούστηκε ότι τάχα είχε προετοιμαστεί, αλλά εγώ ήρθα στο καπάκι και τους έσωσα φανερά, χωρίς να το παίζω ήρωας. Όλα τα σημείωνα, με ημερομηνία, σε ένα τετραδιάκι που το ’χα βαθιά στο συρτάρι. Παράλληλα, συνέχισα να είμαι ήρεμος, τυπικός, και το σπουδαιότερο: άψε σβήσε στη δουλειά μου – χωρίς να του καλύπτω τρυπώνες. Απλά ό,τι ερχόταν προς τα μένα, το έκανα όσο καλύτερα γινότανε.

Ώσπου, τρεις μήνες μετά, βγήκε στα αφεντικά και ανέλαβε νέα μεγάλη προκοπή. Πακέτο σοβαρό. Είδα το μάτι του: τώρα ή τίποτα. Ετοιμαζόταν να πει κουβέντα να με βάλει στο project, αλλά με έκανε πέρα, μη τυχόν και του «κλέψω» τη δόξα, όπως είχε κάνει αυτός σε μένα δηλαδή. Εγώ εκείνη τη στιγμή, αντί να το πάρω κατάκαρδα, άρχισα να μιλάω όλο και πιο πολύ με τους πελάτες, να τους βοηθάω σιωπηλά, ακόμα κι αν το αφεντικό δεν ήξερε. Άφηνα την ομάδα του να κάνει τα στραβά μάτια, αλλά όταν σφιγγόταν η δουλειά, έψαχναν εμένα.

Σα βήμα-βήμα το πράγμα φούσκωνε. Πρώτα ήρθαν ψιθυρίσματα στην εταιρεία, «Ποιος δουλεύει στ’ αλήθεια εδώ;». Τον τέταρτο μήνα, έγινε η μεγάλη στραβή. Προθεσμίες χαμένες, κάζο σε πελάτη. Τα αφεντικά μαζέψαν την ομάδα, και όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω, αντί να τον εκθέσω, τους εξήγησα καθαρά, με στοιχεία, ακριβώς τι είχε γίνει – χωρίς να τον πετάξω στα σκυλιά. Είχα τη λίστα μου (αυτή με τα μικρά λάθη) κι όλα τα facts. Άφησα τους πελάτες να μιλήσουν, που με ευχαρίστησαν δημοσίως. Εκείνος απόμεινε άφωνος, ούτε που κόταγε να με κοιτάξει. Δεν χρειάστηκε καν να πω το όνομά του.

Δεν χρειάστηκα φωνές. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα παραπάνω. Τον άφησα στα ήσυχα του δικαστηρίου όπου φτάνει ο καθένας μόνος του όταν οι άλλοι σταματάνε να τον καλύπτουν.

Τον φώναξαν μετά οι διευθυντές. Δεν ξέρω τι ειπώθηκε εκεί ακριβώς. Αλλά από τη μέρα εκείνη, ο Άρης άλλαξε. Προσπάθησε να πιάσει κουβέντα, με ρώταγε αν «όλα καλά». Εγώ του είπα ένα γεια κι ένα «ας το καλύτερα». Δεν πήρα ποτέ εκδίκηση με ουρλιαχτά. Αλλά κατάλαβε, κι αυτός και οι γύρω μας, πως τα κλεμμένα εύσημα μία ώρα κρατάνε. Την ευθύνη, όμως, τη μετράνε όλοι την κατάλληλη στιγμή και ξέρει ο καθένας ποιος ήταν η ρίζα του καλού και του στραβού. Κι αυτή η σιωπηλή δικαιοσύνη, ίσως είναι η πιο δυνατή.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like