Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή δικαίωση του Σταύρου απέναντι στην Άννα

Ξέρεις, δεν είμαι άνθρωπος που κρατάει κακία εύκολα. Ίσως γι’ αυτό, όταν έγινε με την Άννα εκείνο το σκηνικό, τα κράτησα όλα μέσα μου πολύ καιρό. Να ξυπνάς κάθε μέρα και να σκέφτεσαι τι σου ‘κανε ο άλλος, πώς σ’ έσπρωξε κατάμουτρα στα πατώματα της αξιοπρέπειας σου… Είναι δύσκολο. Αλλά θα στα πω απ’ την αρχή, όπως μου ήρθαν στη μνήμη με τα χρόνια.

Η Άννα ήταν από κείνους τους ανθρώπους τους κοινωνικούς, που τους ξέρουν όλοι στη δουλειά – και τους συμπαθούν κιόλας. Εγώ απέναντι, πιο ήσυχος, το μυαλό στη δουλειά και το σακάκι μου πάντα καθαρό. Στην ίδια εταιρεία ήμασταν, μια μεγάλη δικηγορική στο Σύνταγμα, αρχές του 2021. Εγώ τότε τρία χρόνια εκεί, εκείνη μπήκε ένα χρόνο μετά. Μου φάνηκε καλή. Λάθος μου.

Υπήρχαν μέρες που έλεγα «μ’ αυτήν θα κάνω παρέα», ξέρεις, εκείνα τα χαζά αστεία στη κουζίνα, καφέδες, χαμόγελα. Μέχρι που πήραμε το κοινό project – μεγάλο πελάτη, αγχωτική φάση. Δούλεψα μέρες, νύχτες, ήξερα κάθε ντοσιέ απέξω. Κάτι μου ‘λεγε μέσα μου όμως, “κράτα μικρό καλάθι”, ειδικά όταν μου ζήτησε να της στείλω όλα τα αρχεία ένα βράδυ, «για να τα μαζέψει σε παρουσίαση». Το έκανα. Έμεινα πίσω, δεν πήγα ούτε σινεμά με φίλους. Της τα έστελνα όλα.

Μια βδομάδα μετά, μας κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του. Μπαίνω μέσα, η Άννα καμαρωτή, τα πάντα έτοιμα, παρουσίαση-λυσσάρα, παραδείγματα, πίνακες, λόγια. Μα όλα ήταν δικά μου – μέχρι και τα λάθη μου στις σημειώσεις είχε αφήσει. Καμάρωνε, και το χειρότερο; Όχι μόνο είπε πως τα έκανε όλα μόνη της, αλλά, με λίγη δόση δράματος, πέταξε κι ότι ‘γω «την καθυστέρησα λίγο». Ο διευθυντής γύρισε και με κοίταξε λοξά.

Δε μίλησα. Μόνο χαμογέλασα – από κείνα τα άνοστα χαμόγελα, που σε πνίγουν, αλλά δε βγάζεις άχνα. Δεν ήξερα τι να πω. Πάγωσα. Από τότε τα πράγματα άλλαξαν. Όλοι σιγά-σιγά μαζεύτηκαν προς το μέρος της. Εκείνη μίλαγε πιο πολύ στα meetings, εγώ όλο και τραβιόμουνα. Έχανα τρένα, που λένε. Γιατί πάντα πίστευα πως στο τέλος η αξία φαίνεται. Μπορεί και να είχα άδικο — όμως δε θα καθόμουν να το δεχτώ έτσι.

Για δυο μήνες, σχεδόν δεν αντάλλαξα κουβέντα μαζί της. Την κοιτούσα απ’ τον απέναντι διάδρομο, καθόλου οικεία φάση. Ήξερα όμως πως για να δικαιωθώ, έπρεπε να παίξω το δικό της παιχνίδι – σιωπηλά, στρατηγικά. Άρχισα να στήνω τη «μικρή» μου εκδίκηση, κομμάτι-κομμάτι. Όχι με φωνές και τσαμπουκάδες — αυτά είναι για τους ανυπόμονους.

Πρώτα πρώτα, αποφάσισα να είμαι παρών παντού, αθόρυβα. Σε κάθε συνάντηση, κάθε email, κάθε κουβέντα με πελάτη, ήμουν ψύχραιμος — και κρατούσα σημειώσεις. Και κάτι ακόμα: άρχισα, σιγά-σιγά, να συντάσσω σχέδια επί τούτου, αναλυτικούς φακέλους, και νέα templates – όλα branded με το όνομά μου, ημερομηνία, και κάθε αλλαγή που έκανα. Όχι τίποτα σπουδαίο – μόνο μικρές αναφορές και update προς τη διεύθυνση, για να ξέρουν όλοι, χωρίς κραυγές, ότι ήμουν ο δημιουργός.

Παράλληλα, επειδή ήξερα πως το αδύναμό της σημείο ήταν η γρήγορη ανάγκη για εντυπωσιασμό, της άφηνα ψίχουλα. Μικρές, παρασπονδίες ή διορθώσεις, τις οποίες ήξερα πως θα βιαζόταν να χρησιμοποιήσει ώστε να πειράξει το αρχικό μου κείμενο και να το παρουσιάσει ως δικό της. Το έκανε ξανά και ξανά, απ’ τη συνήθεια. Δεν κάναμε πια παρέα, κι εκεί υπολόγιζε στο ότι δε θα ασχολούμαι με τα projects της. Μέγα λάθος.

Έφτασε η ώρα του μεγάλου project εκείνο το Μάρτη. Παρουσίαση μπροστά σε όλη την εταιρεία – marketing, δικηγορικό, όλοι. Η Άννα, ξανά, πρώτη γραμμή, να παρουσιάσει τον φάκελο. Μόνο που αυτή τη φορά, το σχέδιο είχε παγίδες: Στην αρχική version είχα αφήσει επιτηδευμένα ένα λάθος-κλειδί, που διόρθωσα μόνο στο δικό μου master αρχείο. Το λάθος ήταν “αόρατο”, πέταγα ένα out of date νομικό παράθεμα, τάχα μου εκ παραδρομής. Είχα ενημερώσει με επίσημο email τη διοίκηση για τη διόρθωση λίγες μέρες πριν — τελείως τυπικά, όλα στο φως.

Τη μέρα της παρουσίασης, εκείνη ξεκινά να μιλά και να παρουσιάζει τα «δικά της». Οι πάντες ακούν, ο διευθυντής με χαμόγελο. Μέχρι που φτάνει στη συγκεκριμένη παράγραφο. Παραθέτει αυτούσια τη φράση μου – με το λάθος. Σιωπή. Δευτερόλεπτα ακίνησιας. Πριν πει κάτι άλλος, ο διευθυντής τη διακόπτει: “Άννα, αυτό το σημείο είναι από το αρχικό σχέδιο που είχε φτιάξει ο Σταύρος, αλλά μας είχε ενημερώσει ήδη για τη διόρθωση. Αναρωτιέμαι πώς βρέθηκε στην παρουσίαση;” Μαγκώνεται. Ξεκινά να ψελλίζει περί συνεργασίας, αλλά το κοινό – δικηγόροι όλοι, μυρίζονται αμέσως το κόλπο. Εκείνη κρατιέται να μη φανεί πιο πολύ η αναστάτωση. Είναι η στιγμή που τραβιέμαι μπροστά, ήρεμος, και λέω: “Έστειλα προ ημερών στο τμήμα τα διορθωμένα, δεν ήξερα ότι θα χρησιμοποιηθεί η παλιά έκδοση. Θεωρούσα ότι είμαστε σε επικοινωνία.”

Η αίθουσα, αυτό το δευτερόλεπτο, παγώνει – και μετά, τα βλέμματα πέφτουν πάνω της, κάπως απορημένα. Αρχίζουν οι ψίθυροι. Η Άννα σβήνει το βλέμμα της από πάνω μου. Προσπαθεί να μαζευτεί, όπως μπορεί. Οι επόμενες μέρες ήρθαν αργά, μα σταθερά – τα στελέχη άρχισαν να ρωτούν, να κοιτούν πίσω στα mail threads, να βλέπουν ημερομηνίες, ονόματα.

Η κοινωνική της αίγλη άρχισε να ξεθωριάζει μες στις επόμενες εβδομάδες. Όσο πιο πολύ μιλούσε, τόσο περισσότερο φαινόταν πως τα περισσότερα ήταν ξένα, δανεικά, ξαναδουλεμένα. Εγώ δεν πανηγύρισα, μόνο δούλευα όπως ξέρω. Εκείνη σιγά-σιγά τραβήχτηκε πιο πέρα. Στο τέλος της χρονιάς έφυγε για άλλη εταιρεία. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ στ’ αλήθεια – μόνο τυπικά, μια καλημέρα.

Αλλά να σου πω, ένιωσα βαθιά ικανοποίηση εκείνη τη στιγμή που έσκασε η αλήθεια, χωρίς να φωνάξω, χωρίς ποτέ να απαιτήσω εξηγήσεις. Μερικά πράγματα παίρνουν τον χρόνο τους για να γυρίσουν εκεί που πρέπει. Κι ας μη ‘γινε ποτέ μεγάλος ντόρος – εγώ το ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σταύρος.

You might also like