Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή αποκαθήλωση της Βάσως στο γραφείο
Να σου πω μια ιστορία από τα παλιά, που ειλικρινά δεν ξέρω αν θα τη χαρακτήριζα ακριβώς εκδίκηση ή απλά μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Όμως με σημάδεψε, να σου πω την αλήθεια, και ακόμα τη φέρνω στο μυαλό μου όταν ακούω για ήσυχους ανθρώπους που γίνονται στόχος από πονηρούς.
Ήταν στην αρχή των ’00s, σε μια ασφαλιστική εταιρεία μεγάλης πολυεθνικής, στο Μαρούσι. Νέος τότε εγώ, μόλις είχα τελειώσει τον στρατό, με όνειρα για καριέρα και μια μικρή αφέλεια που διαρκεί λίγα χρόνια στις μέρες μας. Τα γραφεία μεγάλα, γεμάτα φώτα φθορίου, πολλά χαρτιά και ο καθένας στη θέση του με τα μικρά του όνειρα και τις μεγάλες του φιλοδοξίες.
Η ιστορία μου έχει να κάνει με τη Βάσω. Στέλεχος παλιό, κοντά στην πενηνταριά τότε, με το ταγιέρ της και το μόνιμο ύφος “εγώ ξέρω καλύτερα”, γνώστης των πάντων -από κανονισμούς μέχρι κουτσομπολιά- και το κυριότερο: κολλητή με τον διευθυντή του τμήματος. Τυπικός άνθρωπος που ξέρει να επιβιώνει στα γραφεία. Εγώ, στο ίδιο τμήμα, να προσπαθώ να μάθω, να κάνω τα πάντα μεθοδικά και ήσυχα – κι αυτό ίσως ενοχλεί περισσότερο από τις κραυγές.
Στην αρχή απλά με αγνοούσε. Μετά, με διόρθωνε δημόσια για ψιλοπράγματα. “Δεν περνάνε έτσι οι συμβάσεις, Γιώργο”. “Αν ήξερες τη δουλειά, δεν θα έκανες τέτοιο λάθος”. Όχι μόνο μπροστά σε συνεργάτες, αλλά και στον διευθυντή, και πάντα με σιγανή φωνή, που έδειχνε πως ήταν για το καλό μου. Σταδιακά όμως ανέβασε ταχύτητα. Άρχισε να φορτώνει σε μένα δικές της αρμοδιότητες, διακριτικά, μετά να σχολιάζει σε τρίτους ότι καθυστερώ ή ότι “δεν τα πιάνω τόσο γρήγορα”.
Μια μέρα, ξέρω πως είχε στήσει κουβεντούλα σε meeting με τον διευθυντή για δικό μου λάθος – που στην πραγματικότητα ήταν δικό της, απλώς έβαλε τα δάχτυλά της με τέτοια μαεστρία που φάνηκε πως εγώ είχα κάνει τη γκάφα. Εκεί κατάλαβα, δε θα σταματούσε πια. Ο σκοπός της ήταν να γίνει εγώ το εξιλαστήριο θύμα – να βαρεθώ, να βγω “απρόσφορος” στην ετήσια αξιολόγηση, ώστε να αδειάσει η καρέκλα.
Δεν αντέδρασα. Δεν άρπαξα, δεν έκανα φασαρία. Το κράτησα μέσα μου. Μίλαγα στην Άννα, τη γυναίκα μου, στο σπίτι, και μόνο εκεί άφηνα να φανεί η αγωνία μου – γιατί καταλάβαινα πια πως, είτε σωστός είσαι είτε λάθος, όταν μπεις στο μάτι, έχεις πρόβλημα στη δουλειά.
Αποφάσισα ότι αν πρόκειται να φύγω ή να με φάνε, τουλάχιστον να φύγω με αξιοπρέπεια και χωρίς να τη βγάλω καθαρή αυτή. Το σχέδιο ήταν απλό στην ουσία, αλλά απαιτούσε υπομονή: να μη της δώσω καμία ευκαιρία να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες, να μην αφήνω ούτε μισό λάθος να περάσει, ό,τι αφήνει, να το διασφαλίζω. Κι όλα αυτά, χωρίς τσαμπουκά, μόνο γραφειοκρατικά – με e-mail, με cc στους σωστούς ανθρώπους, με λεπτομερές reporting. Ό,τι ακριβώς σιχαινόταν η Βάσω – τη διαφάνεια.
Ξεκίνησα λοιπόν να κρατάω σημειώσεις, να ζητάω επιβεβαίωση σε κάθε περίεργη οδηγία που μου έδινε. Έγραφα e-mail με φράσεις τύπου “όπως συζητήσαμε, προχωρώ σε αυτό με δική σας σύσταση” ή “παρακαλώ επιβεβαιώστε ότι θα αναλάβετε εσείς τη σχετική καταχώρηση”, πάντα με ευγένεια και πάντα με κοινοποίηση στους εμπλεκόμενους. Στην αρχή φάνηκε να το διασκεδάζει. Ίσως νόμιζε ότι προσπαθούσα να τη γλείψω ή να κάνω φιγούρα.
Όμως οι μήνες πέρασαν. Τα λάθη της άρχισαν να γίνονται εμφανή: ελλιπή παραστατικά, ξεχασμένες εκκρεμότητες, πελάτες σε αναμονή χωρίς λόγο. Και κάθε τόσο, χτυπούσε ένα e-mail ή σχόλιο που έλεγε ξεκάθαρα “όπως συμφωνήσαμε με τη Βάσω…”, κι εγώ ήμουν καλυμμένος. Δεν μίλησα ποτέ άσχημα, ποτέ δεν της ανταπέδωσα το υπονοούμενο ή το ειρωνικό χαμόγελο.
Η κορύφωση ήρθε με τον μεγάλο πελάτη. Εκείνη είχε αναλάβει να ανανεώσει τα συμβόλαια, με μένα τάχα υποβοηθό, όπως τα είπε κι όπως έστησε το παιχνίδι της. Μόνο που εγώ, ακολουθώντας τη διαδικασία βήμα-βήμα, της ζήτησα δύο φορές να υπογράψει μια ανάληψη ευθύνης για αλλαγές που επρόκειτο να κάνει στα συστήματα. Αγνόησε τα e-mail. Μια εβδομάδα μετά, ήρθε το μοιραίο: χάθηκαν σημαντικά δικαιολογητικά, ο πελάτης απείλησε ότι θα φύγει. Ο διευθυντής μου ζήτησε εξηγήσεις – η Βάσω προσπάθησε να πει τα γνωστά, ότι “ο Γιώργος συνόδευε τη διαδικασία”. Αλλά τα αρχεία υπήρχαν: όλες οι ενέργειες τεκμηριωμένες, όλα τα e-mail με τα ονόματα, όλες οι δικές της οδηγίες και καθυστερήσεις γραμμένες και καταγεγραμμένες.
Δεν χρειάστηκε να μιλήσω πολύ στη “δίκη” που ακολούθησε. Άφησα τους αριθμούς και τις ημερομηνίες να πουν την αλήθεια. Δεν τη διέσυρα – απλά δεν την προστάτεψα άλλο κανένας. Και όποιος ξέρει τα γραφεία, ξέρει ότι η απομόνωση και η δυσμένεια σπάνε κάποιον περισσότερο από φωνές.
Έμεινα ακόμα ένα χρόνο εκεί μέσα. Η Βάσω, με προφάσεις υγείας και άλλου τύπου προβλήματα, μετατέθηκε σε άλλο τμήμα, λίγο πριν πάρει σύνταξη. Δεν με πλησίασε ποτέ ξανά. Ούτε ζήτησα ποτέ συγγνώμη, ούτε ήθελα να κερδίσω κάτι παραπάνω. Κοιτούσα τους φακέλους μου και σκεφτόμουνα μόνο πως, πολλές φορές, δεν χρειάζεται να κάνεις θόρυβο, απλά να περιμένεις σιωπηλός να εμφανιστεί η αλήθεια στο φως.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
