Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή ανατροπή της Βάλιας στο μαγαζί του Περιστερίου

Ξέρεις, μερικές φορές, οι ιστορίες εκδίκησης δεν ξεκινάνε με κάτι φοβερό, τύπου ταινίας. Ξεκινούν σιγανά, σαν ένα αγκάθι που μπήκε μέσα σου και όσο δεν το βγάζεις, τόσο σε πονάει.

Εμένα το δικό μου αγκάθι μπήκε μια Τρίτη απόγευμα, τέλη καλοκαιριού, πριν τέσσερα χρόνια στη δουλειά μου, σ’ ένα μεγάλο μαγαζί με είδη ένδυσης, στο Περιστέρι. Με λένε Χρήστο. Εκείνη ήταν η Βάλια, η υπεύθυνη βάρδιας. Δεν ήταν κακιά απ’ τη φύση της, αλλά πονηρή κι αυτό έχει διαφορά. Ήξερε να στρίβει κουβέντες, να ρίχνει ευθύνες, να μαγειρεύει εικόνες.

Εγώ ήμουν από τους ήσυχους. Έκανα τη δουλειά μου, δεν μπλεκόμουνα με διαφωνίες, ούτε με κουβέντες πίσω απ’ τις πλάτες. Όταν ανέλαβε τη βάρδια η Βάλια, κατάλαβα αμέσως το κλίμα. Ήθελε γύρω της ανθρώπους που την υπηρετούν, που την επαινούν, που της κάνουν τα χατίρια, ακόμα κι αν είναι λάθος. Όποιος δεν της πάει νεράκι, τον πετάει στη γωνία, του βρίσκει λάθος, τον κάνει να αισθάνεται λίγος.

Το πρώτο στραβοπάτημα έγινε όταν εγώ, εντελώς ανυποψίαστος, πήρα πρωτοβουλία κι άλλαξα τη βιτρίνα, επειδή είχαν φτάσει καινούρια εμπορεύματα και η παλιά ήταν ασύνδετη. Για μένα, ήταν σωστό. Για τη Βάλια, όμως, ήταν προσβολή στην εξουσία της. Την ίδια μέρα, μπροστά στον προϊστάμενο, είπε δυνατά: “Ορισμένοι νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα από όλους, αλλά μάλλον δεν ξέρουν καν το πρόγραμμα…” Λόγια που σε κάνουν να ιδρώνεις από αμηχανία, να νιώθεις στόχος. Δεν είπα τίποτα τότε. Ούτε τις επόμενες δυο φορές που με “κρέμασε” με λάθη που δεν είχα κάνει, ούτε στη συνέχεια, όταν κάθε καλό μου ξεχνιόταν και κάθε μικρή αβλεψία μεγάλωνε.

Κάθε βδομάδα ήταν και μια σταγόνα στο ποτήρι. Να την ακούω να λέει υπονοούμενα για μένα στα άλλα παιδιά, να γελάνε τάχα μου, να μην ξέρω πώς να αντιδράσω. Μια φορά, πάνω στην απογραφή, όταν έλειπε ένα κιβώτιο και όλοι έψαχναν, λέει: “Ρώτα τον Χρήστο, αυτός τα αλλάζει όλα!” Ήταν αστείο, αλλά φαρμακερό. Ένιωσα εκείνα τα γέλια σαν βελονιές στην πλάτη.

Κράτησα τα μούτρα μου. Έβαλα το κεφάλι κάτω, τυπικός στη δουλειά, ψυχρός στις κουβέντες. Με είχαν προειδοποιήσει πως η Βάλια “ψήνει” τον προϊστάμενο για κάθε νέο που της φαίνεται παραπάνω χρήσιμο και τους άλλους τους βάζει στην απ’ έξω. Οι μισθοί ήταν ήδη χαμηλοί, οι ευκαιρίες λίγες. Ο φόβος για απόλυση υπήρχε. Έτσι έκανε κουμάντο: με φόβο και φήμες.

Όμως, ξέρεις τι δεν είχε σκεφτεί η Βάλια; Ότι ένας άνθρωπος που δεν μιλάει, παρατηρεί. Κι εγώ παρατηρούσα. Έβλεπα ποιοι ήταν τα “χρυσά παιδιά” της, ποιοι κουκουλώναν λάθη, ποιοι δουλεύαν λίγο, ποιοι έπαιρναν ρεπό για πλάκα και ποιοι χρεώνονταν τη βρωμοδουλειά. Άρχισα να μαζεύω στο μυαλό μου όλα εκείνα τα μικρά που γινόντουσαν σωρεία. Δεν έγινες ποτέ δικός της, έλεγα στον εαυτό μου, αλλά δεν θα της αρέσει όταν το ποτήρι ξεχειλίσει.

Το πλάνο μου ήταν απλό και αργό. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στα παιδιά που είχαν ψιλανασχετιστεί μαζί της. Δεν τα έβαλα ποτέ μαζί της δημόσια. Κρατούσα κάθε σημείωμα, κάθε αλλαγή στο ράφι, κάθε ώρα που με “έκλεβε” στη βάρδια. Μάζευα μικρά στοιχεία: ποιος έκανε διάλειμμα και πότε, ποιος πήγαινε ταμείο “για λίγο” και λείπαν λεφτά, πότε κρατήθηκε πίσω ένα εμπορεύμα, ποιος πήγε νωρίτερα σπίτι και σημειώθηκε παρών. Έφτιαξα ένα ημερολόγιο που το κράταγα για μένα. Όχι γιατί είμαι ρουφιάνος, αλλά γιατί ήθελα να ξέρω πού πατάω αν έρθει η ώρα.

Η ώρα ήρθε εκείνη τη μέρα που ανακοινώθηκε ότι “μάλλον κάποιος δε σέβεται το ταμείο κι έχουμε συνεχόμενες ασυνέπειες στις απογραφές”. Η Βάλια άρχισε τα γνωστά. Αυτή τη φορά, όμως, ήθελε να μου φορτώσει κι επίσημα τα λάθη. Μ’ έβαλε μπροστά στον υπεύθυνο, με κοιτούσε ίσια και δήθεν ήρεμα είπε: “Ξέρεις, είναι καλό παιδί ο Χρήστος, αλλά πολλές φορές είναι αφηρημένος… τι να πω, να προσέχει περισσότερο.” Εκείνη τη στιγμή το κατάλαβα, πως τώρα ήταν “ή ποτέ”.

Πριν προλάβει ο υπεύθυνος να πει λέξη, εγώ του ζήτησα με αυστηρό τόνο να ρίξει μια ματιά στα σημειώματά μου, που τα ‘χα μαζί στον σάκο μου, απ’ τα οποία έβλεπες ξεκάθαρα ποιος και πότε κρατούσε το ταμείο, με τις αντίστοιχες ελλείψεις,· ποιον είχε βάλει η ίδια παραπάνω ώρες στο ταμείο, ποιοι έφευγαν νωρίτερα με δική της υπογραφή. Είχα καταγράψει μέρες και ώρες, χωρίς να κατηγορήσω κανέναν, μόνο τα γεγονότα. Δεν άνοιξα το στόμα μου να πω προσωπικά για κανέναν – να αφήσω να μιλήσουν τα “χαρτιά”.

Ο υπεύθυνος βούτηξε τα χαρτιά, έκατσε δυο ώρες στο γραφείο και μετά κάλεσε τη Βάλια μέσα. Δεν έμαθα ποτέ τι είπε, ούτε τι ακούστηκε. Ήξερες από την ατμόσφαιρα ότι δεν πήγε όπως το υπολόγιζε. Βγήκε χλωμή, τα μάτια δε με κοίταξαν άλλο. Την έδιωξαν λίγες μέρες μετά, χωρίς φωνές. Ήσυχα. Όσοι ξέραμε, τα είπαμε με τα μάτια. Δεν χάρηκα, να σου πω την αλήθεια. Δεν μετάνιωσα όμως. Τη μέρα που μάζεψε τη φόρμα της και το ταμπελάκι της, έκατσα έξω με τον καφέ, χωρίς να της πω “καλή τύχη” ούτε κακία. Δεν άξιζε τίποτα παραπάνω.

Σίγουρα δε γυρίζει το δίκιο πίσω, αλλά τουλάχιστον μ’ άφησε να κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη χωρίς ντροπή.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.

You might also like