Ιστορίες Εκδίκησης – Η ήσυχη προαγωγή της Ματίνας
Ποτέ δεν ήμουν ο άνθρωπος που κάνει φασαρία. Η αλήθεια είναι, πάντα προτιμούσα να χαμογελάω, να πίνω τον καφέ μου ήσυχα, να ακούω, παρά να μιλάω. Καμιά φορά οι άλλοι το παίρνουν αυτό για αδυναμία, ξέρεις; Νομίζουν ότι αν δεν απαντάς – αν δεν φωνάζεις, πάει, είσαι και άβουλος. Κάνουν λάθος, όμως. Και το έμαθε αυτό καλά η Ματίνα.
Η Ματίνα ήταν φίλη μου, από τη δουλειά. Εργαζόμασταν μαζί σ’ ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι, ο καθένας με τα κομπιουτεράκια του, τα excel, τους πελάτες του. Ένα γραφείο γεμάτο με κόσμο που παλεύει για μπόνους και προαγωγές—ορθοστασία, φρέντο στις εννιά, πλάκες κατά τις δώδεκα, κι ύστερα το μεσημεριανό βαρύ κι ασήκωτο με κοτόπουλο στο τάπερ. Λιαζόμασταν λίγο στην ταράτσα, πειράζαμε ο ένας τον άλλον να περάσει η ώρα—άχαρο, από μια άποψη, αλλά και οικείο. Εγώ με τη Ματίνα τα βρήκαμε από την πρώτη μέρα. Έκανε αστεία, με φώναζε “κορίτσι με τα χίλια excel”, φαινόταν να νοιάζεται.
Κάποια στιγμή άρχισε να μου φορτώνει δουλειές. “Νινα, μου διορθώνεις αυτή τη φόρμα, πνίγομαι”. “Νινα, πάρε εσύ αυτό το πρότζεκτ, είσαι γρηγορότερη”. Την ήξερα, δεν με πείραζε. Άλλωστε είμαστε φίλες, δεν θα έκανα το ίδιο; Άλλωστε ήξερα ότι έχει τα δικά της ζόρια εκείνη με τη μάνα της άρρωστη, το παιδί στο φροντιστήριο, λέω “ας το, μια σου μια μου”.
Ώσπου ήρθαν οι προαγωγές.
Θυμάμαι έντονα το απόγευμα που ο προϊστάμενος μας, ο κύριος Θανάσης, είχε αρχίσει να μαζεύει από έναν-έναν να μιλήσει. Περίμενα κι εγώ, φανερά χαλαρή, γιατί ήξερα τί έχω κάνει όλη τη χρονιά. Είχα παλέψει. Εγώ ήξερα ότι πολλά από τα δύσκολα έργα της Ματίνας, τα είχα φέρει εις πέρας εγώ. Περίμενα να δω το χαμόγελό της όταν θα μοιραζόμασταν το νέο, η μία στην χαρά της άλλης.
Αλλά με κάλεσε πρώτη εκείνη ο Θανάσης. Μετά, εμένα.
Ξεκίνησε να μιλάει ο Θανάσης: “Νίνα, ξέρεις, φέτος υπήρξε μια δυσκολία στην ομάδα… Ήρθαν πληροφορίες για προβλήματα στις προθεσμίες, σε κάποια λανθασμένα οικονομικά, κάποια ελλειπή αρχεία. Η Ματίνα ήταν πολύ ξεκάθαρη σχετικά με τα ποια κομμάτια σου ανατέθηκαν, είχα τα email εδώ. Το έχουμε ξανασυζητήσει…” Θυμάμαι ακόμα το ρίγος στην πλάτη μου. Δεν έβγαζα λέξη. Μετά μού έδειξε και τα email: «Νινα, δυστυχώς, έκανα ό,τι μπορούσα…».
Διάβασα το κείμενο. Η Ματίνα έστελνε—εν αγνοία μου—μέιλ στο αφεντικό, κάθε φορά που της έδινα πίσω δουλειά που είχα “βοηθήσει”. Και έγραφε εκεί, με λεπτομέρειες όλες τις μικροπαρατυπίες, τα λάθη, ότι “προσπάθησα να τη βοηθήσω αλλά η Νίνα ξέχασε να συμπεριλάβει το τάδε”, “η Νίνα καθυστέρησε στη Χ έκθεση”, “η Νίνα φαίνεται να δυσκολεύεται”. Με είχε στολίσει ωραία. Μου ‘χε ρίξει όλο το φταίξιμο. Εγώ ήμουν το κορόιδο.
Μετά, όπως ήταν φυσικό, τη θέση που διεκδικούσα, την πήρε εκείνη. Και ενώ η Ματίνα ανέβαινε αυτή τα σκαλιά του γραφείου χαμογελαστή και δήθεν συντετριμμένη για μένα, εγώ έμεινα να μαζεύω κομμάτια.
Δεν είπα τίποτα και σε κανέναν. Ούτε καν σε αυτή, που τάχα δεν ήξερε πετώντας της “τι να κάνω βρε Νίνα, έτσι είναι η ζωή, η δουλειά…”. Χαμογελούσα, ρουφούσα τον καφέ μου, και τα κράτησα όλα μέσα μου.
Μήνες μετά, το γραφείο ζύγωνε ξανά σε έναν μεγάλο διαγωνισμό. Από αυτοίς που θα φέρνανε πελάτη της προκοπής αν κατακτούσαν το συμβόλαιο, και όλοι κινητοποιούνταν, βάζανε διπλοβάρδιες. Η Ματίνα άρχισε τα δικά της: συσκέψεις, γραφήματα, φορτωμένη, δεν προλάβαινε τον εαυτό της ούτε στα μισά. Εκείνη την περίοδο το αφεντικό είχε αρχίσει να μου ζητά χαμηλόφωνα “Νίνα, βοήθα λίγο τη Ματίνα, σε χρειάζεται, έμπιστή είσαι”.
Είπα ναι, αλλά στο μυαλό μου δούλευαν όλα αλλιώς.
Η εκδίκησή μου ήταν απλή, ήσυχη, από αυτές που δεν φαίνονται αν δεν τις έχεις ζήσει. Βοηθούσα τη Ματίνα—αλλά μονάχα όταν ήξερα πως μπροστά στους άλλους. Έδινα πάντα συμβουλές δυνατά, να ακούγονται, και γραπτά, με καρμπόν στα υπόλοιπα στελέχη: “Ματίνα, όπως είπαμε, το τιμολόγιο Α23 χρειάζεται επίσης φόρμα υπολογισμού ΦΠΑ, να το προσέξεις!”. “Ματίνα, για το excel που αναλάβαμε, έλεγξε σε παρακαλώ και τα νούμερα που βάλαμε χθες”. Μόνο που αυτή τη φορά τα έστελνα σε ΟΛΟΥΣ, όχι κρυφά.
Τα έκανε μέρα με τη μέρα χειρότερα. Η Ματίνα, αγχωμένη και κουρασμένη, με το μυαλό της μασημένο που πια δεν μπορώ εγώ να διορθώσω πίσω από την πλάτη της, έκανε μικρές λαθάκια—ξεχνούσε αρχεία, μπέρδευε ονόματα, έστελνε drafts για τελικές εκδόσεις. Κι όποτε τη ρωτούσε το αφεντικό “ποια το έκανε;”, όλοι ήξεραν—γιατί είχα γράψει δημόσια, είχαν δει πως εγώ της θύμισα ακριβώς τι και πώς.
Το τελικό χτύπημα ήρθε στη σύσκεψη που θα παρουσίαζε το φάκελο στον πελάτη. Εγώ μόνη μου πήγα ένα βήμα πιο πέρα—είχα συμπεριλάβει μια σούπερ λεπτομερής αναφορά που αφορούσε τις τεχνικές λεπτομέρειες, αυτή που όλοι ήξεραν πως δεν είχε προλάβει να διαβάσει καν. Γιατί είχα στείλει public πως θα την κάνει, αλλά ο χρόνος έτρεχε. Εκεί τα έκανε θάλασσα, κόμπιασε—και δεν μίλησε κανείς για βοήθεια. Κατάλαβαν όλοι τι συμβαίνει πια. Και το κυριότερο; Βγήκε προς τα έξω το ποια βοηθά και ποια απλώς φορτώνει.
Η προαγωγή που πήρε, χάθηκε. Σύντομα βγήκε και άλλο πράγμα στην επιφάνεια: ότι ήταν η μόνη που είχε στείλει τόσα “ενημερωτικά” μέιλ ποτέ, για κανέναν άλλον. Το κλίμα άλλαξε. Οι άλλοι συνάδελφοι δεν έλεγαν βλέμμα, απλώς ξεκίνησαν να την προσπερνούν ήσυχα, να μη ρωτούν τίποτα.
Εγώ πήρα μετάθεση σε άλλο τμήμα—καλύτερα. Την άφησα πίσω εκεί που ήθελε πάντα να είναι, αρχηγός μοναχή της, χωρίς “κορίτσι με τα χίλια excel” να τη ράβει από την πλάτη.
Ήσυχα, χωρις υστερίες, της έδωσα να ζήσει ακριβώς όπως με άφησε: μόνη.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Νίνα.
