Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Η ήσυχη δικαίωση του Χρήστου στο δικηγορικό γραφείο της Θεσσαλονίκης

Θέλω να σου μιλήσω για κάτι που ακόμη και τώρα, χρόνια μετά, το σκέφτομαι κι ανεβαίνει ένας κόμπος στο λαιμό μου. Δεν έχει δράματα, δεν έχει φωνές. Είναι η ιστορία μιας ήσυχης εκδίκησης. Θες να το πεις δικαίωση, θες να το πεις πικρή χαρά… δεν ξέρω, εσύ θα κρίνεις.

Πρώτα απ’ όλα, να σου πω πού και πότε έγιναν όλα αυτά. Είμαστε στη Θεσσαλονίκη, πριν καμιά δεκαετία. Εγώ τότε τριάντα, δούλευα εκείνο το άχαρο γραφείο στα δικηγορικά. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας; Ο συνάδελφος, ο Κώστας. Έτσι φαινόταν τουλάχιστον τότε: φίλος, συνεργάτης, ευγενικός – ο τύπος που όλοι θέλανε για κουβέντα στο διάλειμμα. Κι εγώ, άβγαλτος, πάντα πρόθυμος άνθρωπος, ό,τι να χρειαστείς, πες μου.

Ήμουν από αυτούς που στήριζαν ομάδα, μ’άρεσε να βοηθάω. Μόνο που ο Κώστας, έτσι όπως έμαθα εκ των υστέρων, έβλεπε το γραφείο αλλιώς. Ό,τι φαινότανε να χτίζει παρέες, πίσω απ’τα γέλια μάζευε κουτσομπολιά και πληροφορίες, έριχνε σπόντες, χτίζε τη θέση του. Κι αν υπήρχε τρόπος να πατήσει κάποιον για να φανεί μπροστά, δεν είχε δεύτερη σκέψη.

Κάπου εκεί, μου έλαχε να πάρω ένα σημαντικό project. Μεγάλη υπόθεση, δύσκολη, το αφεντικό μ’εμπιστεύθηκε. Εγώ, με το κεφάλι κάτω, μέρες και νύχτες το διάβαζα και το δούλευα. Ο Κώστας πάντα δίπλα, δήθεν υποστηρικτικός, να ρωτάει λεπτομέρειες, να με “βοηθάει”. Δεν ήξερα τότε τι σήμαινε αυτό.

Φτάνει η μέρα που το project πρέπει να παρουσιαστεί στην ομάδα και στο πελατολόγιο. Μπαίνω, λοιπόν, στην αίθουσα, έτοιμος. Όλοι εκεί. Μόνο που ο Κώστας ανεβαίνει πρώτος και ξεκινάει να παρουσιάζει σαν να ήταν αυτός ο υπεύθυνος του project. Ξεκίνησαν να πέφτουν δυο-τρεις σπόντες για το “πόσο κοπίασε η ομάδα”, και ξαφνικά οι κόποι μου, οι νύχτες μου, ήτανε δικά του επιτεύγματα. Σοκ, δεν είπα κουβέντα. Έκανα ότι γελούσα, να μη φανώ πικραμένος. Άσε που, ξέρεις, εκείνη η άσχημη σιωπή – να γλιστράς κάτω απ’το τραπέζι να μη φανείς.

Ταπείνωση, φίλε. Όλοι να χτυπάνε τον Κώστα στην πλάτη, έλα να σου δείξω πώς, αυτός και μόνο, κι εγώ αόρατος. Αλλά το κράτησα, δε φώναξα. Πνίγηκα μια-δυο μέρες, μαζεύτηκα. Κράτησα τα “μπράβο” που δεν πήρα, την αδικία που κατάπινα. Πληγώθηκα, αλλά δε σκέφτηκα εκδίκηση τότε. Μόνο το κουβάλησα, σιωπηλά.

Οι μήνες περνούσαν. Δεν είχε σημασία τι έκανα, ο Κώστας φρόντιζε πάντα να πάει λίγο πιο μπροστά, να είναι πάντα πρώτο τραπέζι πίστα. Τα μικρά μου λάθη μεγέθυναν, τα καλά μου περνούσαν στο ντούκου. Το ‘δε και το αφεντικό, αλλά, ξέρεις, τα αφεντικά συχνά βλέπουν αυτό που τους συμφέρει.

Κι άρχισα να παρατηρώ: ο Κώστας ήθελε πάντα να εμφανίζεται ανίκητος, άτρωτος. Ήθελε τα φώτα επάνω του με κάθε κόστος. Σκεφτόμουν: αφού τόσο φοβάται να χάσει τη βιτρίνα, εκεί πονάει.

Δεν είμαι ούτε άγιος ούτε νευρικός, αλλά είπα μέσα μου να δουλέψω σιγά και ήσυχα. Δεν έχει νόημα να κάνεις φασαρία: κανείς δε σ’ακούει αν φωνάζεις θυμωμένος. Μόνο να σκάψεις το έδαφος, άγγιγμα-άγγιγμα, να περιμένεις τη στιγμή.

Ακολούθησα το παιχνίδι του. Σταμάτησα να λέω προσωπικά μου, δεν έδινα πια παραπάνω πληροφορία στο γραφείο. Έμπαινα σε κάθε project που μου δίνανε, αλλά έδειχνα ελάχιστα προς τα έξω. Μάζευα τις δυνάμεις μου, υποχωρούσα όταν έπρεπε, αλλά χωρίς να αμελώ τις αρμοδιότητές μου. Ήξερα ότι ο Κώστας θα εξακολουθήσει να “δανείζεται” από τους άλλους, να τους χρεώνει τα λάθη, να εμφανίζει τα καλά ως δικά του.

Με τον καιρό, ο Κώστας το έχει παραξηλώσει. Γίνονταν πια ζημίες, μικρές αμέλειες που όμως στα μάτια του αφεντικού φαινόντουσαν σημαντικές. Κάθε φορά, ο Κώστας έδειχνε προς τα πάνω: “Φταίει αυτός”, “Δε με ενημέρωσαν”, “Το πήρα έτοιμο”. Η μία αβλεψία μετά την άλλη – τίποτα να μην είναι ποτέ δικό του φταίξιμο. Το γραφείο είχε αρχίσει να αντιδρά. Γκρίνιες, σκιές. Εγώ εκεί, ήσυχος, υπομονετικός, δίπλα αλλά απόμακρος.

Ως που ήρθε η μέρα της μεγάλης σύμβασης. Τεράστια δουλειά για το γραφείο, συλλογική ευθύνη. Το αφεντικό, βλέποντας τις εξελίξεις, αποφασίζει να εμπλέξει όλους. Τώρα ο Κώστας δεν μπορούσε να κλέψει, το project ήταν ανοιχτό. Όλα καταγράφονταν, γινόντουσαν mails, πρακτικά, ξεχωριστές ενημερώσεις, όλα επίσημα. Εγώ, ευλαβικά, σημείωνα κάθε τι που έκανα, ό,τι παρέδιδα, κάθε παρέμβαση που ζητούσε ο Κώστας.

Δυο φορές μου ζήτησε να “του στείλω κάτι για τον πελάτη”, το ίδιο απόγευμα το παρουσίαζε ως δικό του. Αυτή τη φορά δεν το άφησα έτσι. “Ενημερώνω με σχετική επισύναψη για την πρόοδο στο document του Κώστα”, έγραφα στο κοινό mail, και το έβαζα εκεί να φαίνεται. Ήρεμα, χωρίς ειρωνία, μόνο γεγονότα.

Σιγά σιγά, κάτι άρχισε να αλλάζει στην ατμόσφαιρα. Η λάμψη του Κώστα έσβηνε, τα μάτια του αφεντικού κοιτούσαν αλλού, οι συνάδελφοι σταμάτησαν να τον εμπιστεύονται. Δεν έγινε ξαφνικά, ούτε με μια κίνηση. Ήταν σαν να τρωγότανε αόρατα το χαλί κάτω από τα πόδια του.

Το μεγάλο “μπαμ” ήρθε στην τελική παρουσίαση, μπροστά στους μεγάλους πελάτες. Ο Κώστας πήγε να μπει μπροστά, το αφεντικό τον διέκοψε. “Ευχαριστούμε, να ακούσουμε τον Χρήστο που χειρίστηκε το κύριο κομμάτι.” Κι εσύ να βλέπεις τον βασιλιά γυμνό, να ιδρώνει, να χαμογελάει νευρικά. Δεν είπε τίποτα. Ούτε μια ένσταση.

Μετά το τέλος, το αφεντικό ήρθε, με χτύπησε στην πλάτη και μου είπε: “Καλό είναι να μιλάς περισσότερο όταν δουλεύεις κάτι δικό σου, να μην αφήνεις κενά στους άλλους.” Μίλησε ήρεμα, σχεδόν φιλικά, αλλά το χτύπημα είχε δοθεί. Ο Κώστας, λίγο καιρό μετά, ζήτησε μετάθεση. Οι υπόλοιποι άρχισαν να δουλεύουν χωρίς φόβο.

Δεν ξέρω αν τα περίμενε αυτά. Ήσυχα, χωρίς να φωνάξω, πήρα πίσω την αξία μου. Δε χάρηκα, αλλά ένιωσα δικαιωμένος. Μερικοί ανθρώποι βάζουν αυτογκόλ μόνοι τους όταν τους αφήσεις ανενόχλητους.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.

You might also like