Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί της Ρούλας στα Πετράλωνα

Δεν ξέρω τι μου ’χει πιάσει απόψε και τα θυμάμαι όλα, αλλά όπως κάθομαι μόνος στην κουζίνα, με δυο δάχτυλα τσίπουρο και το παράθυρο ανοιχτό ν’ ακούω λίγο βουή απ’ τα βράδια της Αθήνας, γύρισα κάπου τρία χρόνια πίσω.

Τότε εγώ δούλευα πιτσαδόρος σ’ ένα μικρό μαγαζάκι στα Πετράλωνα. Ήταν, βλέπεις, ένα διάστημα που τα είχε φέρει ανάποδα η ζωή, λεφτά λίγα, ψυχολογία πάτος, κούραση, όλα μπερδεμένα. Εδώ να σου πω, ήμουν μόνος αρκετή καιρό, γιατί με την Ελένη είχαμε χωρίσει και δεν το είχα ξεπεράσει.
Ένα βράδυ, τυχαίνει να μπει στο μαγαζί μια κοπέλα. Θα ‘ ήταν καλοκαίρι, γιατί είχε ακόμη ήλιο κι ας πήγαινε οχτώ. Ήρθε με ένα λευκό φουστάνι, είχαν τα μαλλιά της μια μυρωδιά παράξενη, σαν λεμόνι με γιασεμί. Μου χαμογέλασε τόσο απλά, λες και ήμασταν γνωστοί. Όλη Αθήνα να ’ναι σκοτεινή, το χαμόγελό της έγραφε φως.

— Καλησπέρα, μου λέει. Μπορώ να κάτσω έξω, στην άκρη;
— Βεβαίως, της λέω εγώ, και της σκάω ένα χαζό χαμόγελο, σαν παιδί που το πιάσαν να κλέβει κουλούρι.

Κάθισε, έπιασε να διαβάζει το μενού, και με είχε πάρει το μάτι της. Όχι όμως έτσι όπως κοιτούν οι άλλες που μπαίνουν και φεύγουν αδιάφορες. Αυτή με κοίταζε, σα να τα ήξερε όλα. Γι’ αυτό είναι μερικά μάτια, δεν στα λένε όλα με λόγια, αλλά με βλέμμα.

Μπήκα μέσα, τάχα ότι πήγαινα να φτιάξω πίτσα – και στα κλεφτά, την κοιτούσα. Κάθε τόσο έκανε πως ψάχνει το κινητό της και με κοιτούσε πάλι.
Μετά από λίγο βγήκα να της πάω το νερό που είχε ζητήσει. Πλησιάζω, νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι—αυτό το συναίσθημα πριν κάνεις κάτι πρώτο, καινούριο, επαναστατικό.
Άφησα το ποτήρι κι εκείνη σήκωσε το κεφάλι.

— Είσαι ο Νίκος, έτσι; μου λέει.
— Εγώ είμαι, λέω, γελώντας. Αλλά εσάς δεν σας θυμάμαι.
— Εγώ σε θυμάμαι. Είχαμε πάει στο ίδιο λύκειο.

Χτύπησε κάτι μέσα μου. Ρούλα! Η Ρούλα που ήταν πιο μικρή δυο χρόνια, πάντα με μια τσάντα βαριά και μια σοβαρή φάτσα. Τότε ήμουνα μεγάλο ψώνιο και δεν δούλευα τόσο.

Πιάσαμε κουβέντα δειλά-δειλά. Για τη δουλειά, για σπίτια, για τα παλιά—τίποτα και όλα μαζί. Η νύχτα έπεφτε, οι πελάτες αραιώσανε, μέχρι που έμεινε μόνη και ετρώγαμε μαζί μια μαργαρίτα, μισή-μισή. Το φως της λάμπας έξω έκανε τη σκιά της να τρεμοπαίζει, όλο λόγια που δεν λέγονται φωναχτά.

Δεν θυμάμαι ακριβώς από τι πιάσαμε το προσωπικό, μόνο θυμάμαι που γελούσαμε πολύ, έλεγε ιστορίες για τα ταξίδια που έκανε και πώς μια φορά πήγε να χαθεί στη Βαλένθια. Και ξαφνικά, ενώ γελούσε, μου άγγιξε το χέρι έτσι, απαλά, με τις άκρες των δαχτύλων, σα να δοκίμαζε αν καιγόταν το τραπέζι ή το δικό μου δέρμα.

Δεν κουνήθηκα. Έμεινα εκεί, με μια ζέστη στα μάγουλα που δεν ήταν απ’ το τσίπουρο. Εκείνη μίλησε πρώτη:

— Θυμάσαι που μου έλεγες πάντα να μη φοβάμαι να δοκιμάζω;

Έγνεψα. Εγώ μίλαγα πολύ στο Λύκειο, συμβουλές έδινα, δήθεν σοφός. Ενώ τώρα ήμουν μισά χαμένος.

— Να μη φοβάσαι, μου λέει τώρα, και πλησιάζει ακόμη λίγο.

Η τελευταία γουλιά πίτσα ξεχάστηκε. Μύριζα το άρωμά της, εκείνο το λεμόνι ανακατεμένο με αγωνία.

— Τώρα; λέει με μάτια που χαμογελούν.

Είναι ωραίο να αισθάνεσαι το ρίγος στην κοιλιά, όταν ο άλλος δεν λέει αυτό που θέλει στα ίσια, αλλά το περνάει μέσα απ’ τη φωνή. Κι εγώ χάλια ήμουνα εκείνο το διάστημα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθαν όλα ανάποδα – έγινε άλλη η γεωγραφία.

Σηκωθήκαμε μαζί. Έκλεισα το μαγαζί στα γρήγορα, με ένα “πάμε μια βόλτα;” που βγήκε από τα χείλη χωρίς να το σκεφτώ. Περπατήσαμε στα στενά, τώρα χωρίς πολύ φως, χωρίς να μιλάμε πια. Κάποια στιγμή, σταμάτησε, κοίταξε το δρόμο—δεν είχε κόσμο, μόνο κάτι γιασεμιά που μύριζαν πιο έντονα απ’ το κανονικό.

Καθίσαμε σε ένα σκαλοπάτι, εκεί στις αυλές. Δεν έλεγε τίποτα. Ούτε χρειαζόταν. Με κοίταζε πολύ, ήσυχα, σαν αγκαλιά. Το χέρι της άρχισε να κινείται επάνω μου δειλά, στην αρχή στην παλάμη, μετά πιο γρήγορα στον λαιμό, στο μάγουλο. Ένιωσα να σβήνουν όλες οι στεναχώριες αυτού του καιρού.

Με φίλησε πρώτη. Αργά, πολύ αργά, μέχρι που ξέχασα πώς σε λένε και τι δουλειά κάνεις και τι ώρα σχολάς. Μόνο το φιλί της, και το χέρι της να χαϊδεύει τον λαιμό μου – απαλά, σχεδόν σαν να με ρωτούσε: “Είσαι εδώ; Είσαι καλά;”.

Έκλεισα τα μάτια μου. Άκουσα τα πάντα γύρω: ένα μηχανάκι να περνάει μακριά, ένα μωρό που κλαίει, κάτι νερά να στάζουνε. Εγώ έμεινα εκεί, να ανασαίνω το άρωμά της.
Σηκωθήκαμε μετά και περπατήσαμε ακόμα λίγο. Εκείνη με χαιρέτησε διακριτικά. Την άλλη μέρα γύρισε στη Θεσσαλονίκη, λέει τη ζωή της, δεν έτυχε να τα ξαναβρούμε, δεν το προσπάθησε κανείς πολύ.
Όμως εκείνο το βράδυ έγινε δικό μας. Ακόμα, όταν μυρίζω γιασεμί τα καλοκαίρια, θυμάμαι πώς άναψε ξανά το δικό μου φως – ένα απλό χέρι, δυο μάτια, μια σιγανή ανάσα νύχτας στα Πετράλωνα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like