Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που ένωσε τον Στέφανο και την Ελένη
Εκείνο το βράδυ, έχω γυρίσει από τη δουλειά στραπατσαρισμένος, με μια βαριά ζέστη έξω που σε κάνει να μην αντέχεις ούτε τον εαυτό σου. Το σπίτι έρημο, όλα ίδια—πιάτα στον νεροχύτη, μισό φως στο σαλόνι και το μπαλκόνι ανοιχτό. Ρίχνω μια ματιά κάτω, έτσι από συνήθεια. Κάθεται, λοιπόν, στην καρέκλα της, όπως κάθονται όλοι το καλοκαίρι στις πολυκατοικίες—μια γυναίκα που έχω δει δυο-τρεις φορές, πάντα με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, δυο-τρία μέτρα πιo κει, στο φωτισμό μιας λάμπας δρόμου.
Λέω να της πω μια καλησπέρα έτσι τυπική—δεν ήμουνα ποτέ ο τύπος που θα ξεκινήσει κουβέντα —αλλά εκείνο το βράδυ φαινόταν σαν να το ζητούσε η ώρα. Πιάνω λοιπόν το κιγκλίδωμα και πετάω ένα «Καλησπέρα». Σηκώνει το βλέμμα. Τα χέρια της ακουμπισμένα στα γόνατα, κρατάει ένα βιβλίο που ποτέ δεν διάβασα τον τίτλο του. Το χαμόγελό της βγαίνει δειλό. Μου απαντάει μ’ ένα νεύμα, αλλά βλέπω τα μάτια της να παίζουν, σαν να τρέχει ρεύμα στον αέρα. Μια στιγμή κράτησε, αλλά την ένιωσα.
Άρχισε να γίνεται συνήθεια αυτό. Όποτε έβγαινα στο μπαλκόνι, ήταν εκεί—και μια καλησπέρα, και μια φράση για τον καιρό ή για την πολυκατοικία που είναι γέρικη και κάνει θόρυβο. Την λέγανε Ελένη, το έμαθα κάπως τυχαία, μόνη της ζούσε, είχε έναν γιο που δούλευε στη Γερμανία. Ένας ήρεμος άνθρωπος, με τα φρύδια της πάντα λίγο σκυθρωπά και φωνή σιγανή, που όμως στα γέλια της έσπαζαν τα πάντα γύρω.
Ένα βράδυ μ’ έπιασε η τρέλα και της φώναξα αν θέλει να ανέβει να πιούμε ένα κρασί πάνω, στον όροφο. Το είχε ζεστό ακόμα, γι’ αυτό. Μπήκε στο διαμέρισμα σχεδόν κινούμενη στα δάχτυλα—ξέρεις εκείνα τα βήματα που κάνουν οι γυναίκες όταν δεν πολυξέρουν τι να περιμένουν. Κρατούσα δυο χοντρά ποτήρια και καθίσαμε στο μικρό μου τραπεζάκι που βλέπει τον δρόμο. Για ώρα δεν είπαμε τίποτα το σπουδαίο. Λίγα για τα παιδιά της, λίγα για παλιά παραθυρόφυλλα, για ταξίδια που δεν έγιναν. Πιο πολύ τα μάτια της μου μιλούσαν, κόντρα στο κίτρινο φως της λάμπας που ερχόταν από το μπαλκόνι.
Θυμάμαι έντονα εκείνη τη σιωπή που πέφτει κάποτε στα καλά καθούμενα. Εκεί που νομίζεις ότι τελείωσαν τα λόγια κι ότι η ώρα πρέπει να κλείσει ή να σπάσει αλλιώς. Την κοιτάω, σκεφτόμενος όλα αυτά που δεν λέγονται. Και αυτή σκύβει λίγο μπροστά, ακουμπώντας τον αγκώνα της στο τραπέζι. Εκείνη την ώρα έμοιαζε όλος ο κόσμος να είχε στενέψει, σαν να γεμίζαμε οι δυο μας το σύμπαν. Τα μάτια της σκοτεινά, γεμάτα από αυτό το κάτι που κι εγώ ένιωθα να ανεβαίνει από μέσα—κάτι σιωπηλό αλλά πολύ δυνατό.
Χωρίς να το πολυσκεφτώ, άπλωσα το χέρι μου, τάχα να της δείξω μια παλιά κασέτα που είχα αφήσει δίπλα. Έκανε πως γέλασε, αλλά δεν τράβηξε το χέρι της. Τα δάχτυλά μας άγγιξαν, απαλά. Δεν ήταν ζήτημα θάρρους ή αυτοπεποίθησης—ήταν σαν να το είχαν αποφασίσει οι σκιές, η ζέστη, ο αέρας. Τα χέρια μας έμειναν ενωμένα για κάποια δευτερόλεπτα—όλα στο σαλόνι έκαναν ησυχία γι’ αυτό το άγγιγμα. Ένιωσα τις κόρες των ματιών της να με ρουφάνε, κι εγώ κάτι σαν δίψα, ανεξήγητη και πανάρχαιη. Αυτή μου χάιδεψε το δάχτυλο, ένα απλό χάδι, αλλά ένιωσα να ανατριχιάζω μέχρι τα κόκαλα.
Ένα παραπάνω σύννεφο βγήκε μπροστά στη λάμπα του δρόμου κι απλώθηκε η σκιά της πάνω στα μουστάκια μου. Σηκώθηκα να αλλάξω τραγούδι στο ραδιόφωνο, εκείνη κοίταζε κάτω, γυρνούσε το ποτήρι της στα δάχτυλα. Της έβαλα ένα παλιό λαϊκό και γέλασε—«Αυτό μ’ αρέσει», είπε. Κι εκεί βρήκα τη δύναμη να γυρίσω, να ακουμπήσω τα δυο μας μέτωπα μαζί, σιγά—πιο πολύ μια ανάσα, παρά ένα κίνημα.
Εκείνη με φίλησε πρώτη στην άκρη του στόματος, όχι βιαστικά, όχι αποφασιστικά, αλλά όπως χαϊδεύεις σκιά στο μεσημέρι. Ανάμεσα μας έμεινε τεντωμένη μια λεπτή, διάφανη ένταση. Τα χέρια της είχαν έρθει πια και στα δύο δικά μου, αγκύρωμα ν’ αντέξουμε τη σιωπή που έβραζε. Δεν μιλήσαμε. Μόνο ακούγαμε τον δρόμο απ’ έξω να σβήνει σιγά-σιγά, κάτι μηχανάκια, ένα μακρινό μωρό που έκλαιγε, και μέσα μας το αίμα να χτυπάει περίεργους, καινούργιους ρυθμούς.
Έμεινε εκεί μέχρι αργά. Σαν να φοβόταν να σηκωθεί, να χαθεί το μεθύσι απ’ αυτό το πρώτο. Πολύ μακριά από σενάρια και παραμύθια, ό,τι ήτανε γραφτό να γίνει, έγινε. Ήσυχα, με τα φώτα σβηστά, με το παράθυρο μισάνοιχτο, να μπαίνει το αεράκι που έσβηνε τον ιδρώτα μας. Περισσότερα δεν θέλω να πω. Μόνο εκείνα τα βλέμματα θυμάμαι—και το πώς, κάθε βράδυ μετά, άκουγα τα βήματά της στην πολυκατοικία και γέμιζε μυρωδιά γιασεμιού η νύχτα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.
