Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ με την Άννα στην παραλία

Πάντα λέγαμε με τα παιδιά στη γειτονιά, ότι τα καλοκαίρια όσα δεν τα λέει η μέρα, τα ψιθυρίζει η νύχτα. Κι εγώ, 37 χρόνων τότε, ακόμα το πίστευα. Το σπίτι μου έβλεπε θάλασσα, κι εκείνο το καλοκαίρι ήταν η πρώτη φορά που έμενα μόνος μετά από πολλά χρόνια. Κουβαλούσα ακόμα τις συνήθειες του γάμου, ξέρεις, να βάζεις πλυντήριο τις Τετάρτες, να γεμίζεις το ψυγείο ανούσια πράγματα, να στρώνεις το κρεβάτι κάθε πρωί. Αλλά με την ελευθερία ερχόταν και μια μοναξιά που στην αρχή νόμιζα ότι είναι ελαφριά—αργότερα κατάλαβα ότι βάραινε όσο το μεσημεριανό κύμα.

Η Άννα νοίκιασε το απέναντι διαμέρισμα για λίγους μήνες. Πιο μικρή από μένα, κοντά στα 30, με εκείνα τα γαλαζοπράσινα μάτια που κάτι σου ανοίγουν μέσα σε κάθε κουρασμένη μέρα. Την είχα δει μια φορά στην πολυκατοικία, με ένα μεγάλο, λευκό καπέλο να κρατάει τσάντες του σούπερ μάρκετ. Στην αρχή δυο κουβέντες στον διάδρομο, μετά χαιρετούρες εξ αποστάσεως στα μπαλκόνια. Ένα βράδυ, μ’ ένα ζεστό αέρα που ανάγκαζε τους ανθρώπους να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να αναζητούν παρέα στα φώτα των σπιτιών, η κουβέντα έγινε μεγαλύτερη.

Βγήκα έξω για να καπνίσω—είχα κόψει το τσιγάρο χρόνια αλλά κάτι έκανε η θάλασσα τα βράδια και με τύλιγε με μια ανάγκη να το βάλω στα χείλη, έστω για παρέα. Εκείνη βγήκε με ένα ποτήρι λευκό κρασί, φόρεμα αέρινο, μαλλιά συγκρατημένα σε μια πρόχειρη αλογοουρά. «Κάνει ωραία νύχτα σήμερα, ε;» μου πέταξε. «Ναι, τέλεια. Θα βάλω κι εγώ ένα κρασί, αν δεν ενοχλώ, έρχομαι δίπλα;» της είπα, μισοαστεία, μισοσοβαρά. Γέλασε. «Έλα, εννοείται.»

Καθίσαμε στο μπαλκόνι της σχεδόν δυο ώρες. Στην αρχή είπαμε τα γνωστά, από πού είμαστε, τι δουλειά κάνουμε. Μετά αρχίσαμε να ανοίγουμε λιγάκι τις ρωγμές, να λέμε εκείνα τα ‘ό,τι σου τύχει’, αυτά που δε λες εύκολα στους φίλους γιατί φοβάσαι μη και φαίνεσαι ανόητος. Βοηθάει το σκοτάδι, βοηθάει και το αλκοόλ σε μικρές δόσεις. Ήταν και κάτι στη φωνή της—σα να ήθελες να της διηγηθείς το πιο μεγάλο σου μυστικό, ακόμα κι αν ξέρεις πως την άλλη μέρα ίσως το μετανιώσεις.

Απλώθηκε εκείνη η σιωπή που ενώνει τους αγνώστους πιο πολύ κι απ’ τις λέξεις. Έπαιζε με ένα σκουλαρίκι της και με κοίταξε λίγο περίεργα, κάπως σαν να ήθελε να μου πει κάτι, αλλά κρατήθηκε. Την κοίταξα κι εγώ και για λίγο δεν ξέραμε ποιος θα μιλήσει πρώτος. Της έκλεισα το μάτι, δειλά, και της είπα: «Νομίζω ότι εδώ το καλοκαίρι ό,τι δεν το ζητάς, απλά το χάνεις.» Πήρε μια βαθιά ανάσα, ήπιε μια γουλιά και είπε: «Θέλεις να πάμε μια βόλτα στην παραλία; Είναι νύχτα αλλά δεν νομίζω να μας κυνηγήσει κανείς για αυτό.»

Περπατήσαμε ξυπόλητοι στην άμμο, μιλώντας σιγανά. Δεν είπαμε τίποτα του ιδιαίτερου, τίποτα από αυτά που θα μπορούσες να θυμηθείς την άλλη μέρα, αλλά όλο το σώμα μας ήταν σε επαγρύπνηση. Το μόνο που άκουγες ήταν το κύμα, ούτε φωνές ούτε αυτοκίνητα. Κάναμε παύσεις, κοιταζόμασταν, γελάγαμε χαμηλόφωνα για αστεία που έμοιαζαν βλακείες αλλά εκείνη τη στιγμή μας έδεναν κάπως.

Σε μια στιγμή σταμάτησε, έσκυψε και μάζεψε ένα βοτσαλάκι. Μου το έδωσε. «Κράτα το, να θυμάσαι αυτή τη βόλτα.» Το κράτησα, τα δάχτυλά της ακούμπησαν τα δικά μου παραπάνω από όσο χρειάζεται. Δεν είχα άλλη δικαιολογία και τη φίλησα, αργά, με εκείνη τη συστολή του ανθρώπου που ξέρει πως δεν είναι για πάντα τίποτα, αλλά εκείνη τη στιγμή μοιάζει ο κόσμος όλος.

Το φιλί έμοιαζε με δώρο, τόσο ήρεμο και ταυτόχρονα τόσο ηλεκτρισμένο που νόμιζα πως ο αέρας αραιώνει γύρω μας. Δεν ακολούθησαν μεγάλα λόγια, ούτε υποσχέσεις. Την πήρα αγκαλιά, αφήσαμε τα παπούτσια εκεί κι ανεβήκαμε πάλι πάνω στα σπίτια. Δεν ξέρω τι περίμενα αλλά όταν φτάσαμε στην πόρτα της, με κράτησε κοντά της, ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος μου. «Θέλεις να μείνεις;», μου ψιθύρισε. Δεν απάντησα, μόνο έγνεψα.

Όλα έγιναν αργά. Λες και το κορμί θυμόταν κάποιους παλιούς ρυθμούς, αυτούς που είχα ξεχάσει με τα χρόνια. Εκείνο το χάδι πίσω από το αυτί, το σταθερό κράτημα στο χέρι, η αμηχανία που έγινε χαμόγελο και όλο αυτό το άγνωστο που αρχίζει να γίνεται γνώριμο, όσο αφήνεσαι. Μέσα στο σκοτάδι ακουγόμασταν μόνο τα σώματά μας που χάνανε τις άμυνές τους, χωρίς φωνές, μόνο ανάσες και σιωπές. Δεν ένιωσα τίποτα βιαστικό ή σκληρό—πιο πολύ έμοιαζε με δυο ανθρώπους που συναντιούνται σαν να το είχαν κανονίσει χρόνια πριν, κι ας το μάθαιναν τώρα.

Ξυπνήσαμε με το φως το πρωί, κι αυτή με φίλησε στον ώμο. Δεν είπαμε πολλά. Ήξερα ότι δεν είναι κάτι που θα γίνει συνήθεια, ούτε και ήθελα κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή. Μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι βρεθήκαμε άλλες δυο φορές έτσι, χωρίς να το κυνηγάμε, χωρίς να το ορίζουμε. Ο καθένας με τα δικά του μισά όνειρα, αλλά για λίγο ήμασταν ολόκληροι.

Στο τέλος του καλοκαιριού έφυγε, και κράτησα το βοτσαλάκι της μαζί με τ’ άλλα που έχω μαζέψει κατά καιρούς. Δεν μιλήσαμε για να το συνεχίσουμε. Δεν ξέρω τι κάνει, αν με σκέφτεται. Αλλά, κάθε φορά που περπατάω εκείνο το κομμάτι της παραλίας, νιώθω το δέρμα να θυμάται. Και μου φτάνει.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.

You might also like