Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ γνωριμίας του Κώστα και της Ελένης

Ποτέ μου δεν περίμενα ότι μια απλή βραδιά καλοκαιριού θα μου άλλαζε τον τρόπο που βλέπω το φλερτ και τον έρωτα. Ήτανε Ιούλιος, παραλία στη Ν. Μάκρη, τη θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά της αντηλιακής και τη γλύκα που έχει ο αέρας δίπλα στη θάλασσα όταν πέφτει ο ήλιος. Ήμουνα με κάτι φίλους, χαβαλές, μπύρες, κάναμε πικνίκ τότε, φτηνές μουσικές και γέλια. Ξαφνικά, έτσι όπως κόντευε δέκα το βράδυ και είχαν αρχίσει να φεύγουν ένας-ένας, τη βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου. Αλήθεια σου λέω, εγώ δεν την είχα ξαναπροσέξει – την Ελένη. Φίλη φίλου, ντροπαλή σχεδόν, με κάτι μάτια να θες να χωθείς μέσα και να μην ξαναβγείς…

Μου ζήτησε τσιγάρο, έσκυψε λιγάκι – εκεί, όπως ήτανε σκυμμένη, μύρισα το άρωμά της. Κάτι λουλουδένιο, σαν να βγήκε μόλις από το ντους. Χαμογελούσε περίεργα, ήρεμα, μέχρι που κάθισε πλάι μου στη ψάθα. Δεν μιλούσαμε πολύ, μόνο κοιταζόμασταν, και πού και πού πετούσε ο ένας στον άλλον ένα αστείο, τίποτα σπουδαίο, αλλά φαινότανε η σπίθα.

Ο κόσμος γύρω μας άρχιζε να αραιώνει, τα φώτα στη παραλία χαμήλωναν κι ο αέρας έφερνε λίγο δροσιά. Εκείνη πήρε ξαφνικά μια πρωτοβουλία και πλησίασε να μου δείξει κάτι στο κινητό της – “δες μια φωτογραφία που τράβηξα απόψε,” μου λέει, και μου έδειχνε ντροπαλά μια θολή φωτογραφία με το κύμα τη στιγμή που πέφτει στον αφρό. Δεν έδωσα σημασία στη φωτογραφία, αλλά το χέρι της ακουμπούσε το δικό μου κι εκεί ήταν που κόλλησα λίγο. Δεν τράβηξα το χέρι μου, και ούτε κι αυτή το δικό της.

Έγινε μια παύση. Ήτανε απ’ αυτές τις στιγμές που νιώθεις το χρόνο να σταματάει, να βαραίνει το βλέμμα, να ζωντανεύουν πράγματα που νόμιζες ότι δεν έχεις πια κουράγιο να νιώσεις. Και εκεί, γυρνάει απότομα και με κλειστά τα μάτια χαμογελάει. “Κρυώνεις;” τη ρώτησα, απλά για να πω κάτι. Μου είπε όχι, αλλά έτσι όπως ήταν τυλιγμένη στο μπουφάν μου – που δεν ξέρω καν πότε της το είχα δώσει – μου λέει, “κάτσε δίπλα μου, να ζεσταθούμε και οι δύο.”

Ήρθα πιο κοντά, τα χέρια μας μπλέχτηκαν. Αργά, ήρεμα, χωρίς να βιαζόμαστε. Το φεγγάρι είχε πιάσει να βγαίνει πάνω απ’ το νερό, ψάριζα αφορμές να την ακουμπήσω, να της πιάσω έστω λίγο το μάγουλο, να παίξω με τις άκρες των μαλλιών της. Δεν ήθελα όμως να της χαλάσω τη στιγμή, είχε κάτι εύθραυστο, σαν να ήμασταν παιδιά κι ανακαλύπταμε πρώτη φορά τη ζεστασιά του άλλου.

Δεν άργησε να έρθει το πρώτο άγγιγμα – εκείνο το τρυφερό που ταράζει όλο σου το σώμα. Τα χείλη μας πλησίαζαν σιγά, χωρίς καμία βιασύνη, και μύριζε θάλασσα και λίγο μπύρα και κάτι δικό της που δεν έχω ξαναβρεί πουθενά αλλού. Από τη γλύκα εκείνη φλογίστηκαν όλα. Εγώ προσπάθησα να το συγκρατήσω, αλλά ήταν αδύνατον. Ένα φιλί, δυο, τρία, μες στη νύχτα, πάνω στην άμμο, με ελάχιστα λόγια. Τα χέρια της σφιχτά στα δικά μου, οι παλάμες της κρύες από την αλμύρα.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, κοιτούσαμε τον ουρανό, τα πόδια μας γυμνά ακόμη γεμάτα άμμο. Μίλαγε χαμηλόφωνα, μού εκμυστηρεύτηκε πως είχε καιρό να νιώσει έτσι. Εγώ δεν την άφησα να τελειώσει. Της χάιδεψα το μάγουλο, και της έδωσα ένα ακόμα φιλί, εκεί, στο μέτωπο, όπως κάνουν τα παιδιά. Τότε εκείνη ήρθε ακόμη πιο κοντά μου. Άπλωσε το χέρι κι έπιασε το μπράτσο μου· στη σιγή που ακολούθησε δεν ακούγονταν παρά μόνο το κύμα. Φοβόμουν να μιλήσω, μήπως χαλάσει η μαγεία, μήπως γίνει πολύ “κανονικό” εκείνο που ζούσαμε.

Η νύχτα πέρασε με αγκαλιές και ψιθύρους, χωρίς καμιά βιασύνη. Πότε της χάιδευα τα μαλλιά, πότε μου χάιδευε το σβέρκο. Δεν ανταλλάξαμε μεγάλα λόγια, ούτε υποσχέσεις. Απλά αφήναμε ο ένας τον άλλον να τον αγγίζει, να τον ανακαλύπτει σαν να είναι κάτι ιερό, κάτι απλό αλλά ουσιαστικό. Μερικές φορές με κοιτούσε και χαμογελούσε σαν παιδί που κάνει αταξία. Εγώ της έσφιγγα το χέρι κι ένιωθα την ανάσα της στον λαιμό μου, και όλος ο κόσμος μου φαινόταν να έχει μείνει εκεί, στα ελάχιστα τετραγωνικά εκείνης της ψάθας.

Δεν έγινε τίποτα που θα ‘πρεπε να φοβηθούμε ή να ντραπούμε – ούτε λόγια μεγάλα, ούτε θεατρινισμοί. Ήταν μόνο δυο άνθρωποι που, τυχαία, βρήκαν λίγη ζεστασιά στο μπέρδεμα της καθημερινότητας. Δεν ξέρω αν κράτησε. Δεν ξέρω καν αν θα το ξαναζήσω. Μείναμε μέχρι που ξημέρωσε, φιληθήκαμε και οι δυο έκλαιγαν λίγο από τη συγκίνηση – έτσι, χωρίς λόγο. Πήραμε το δρόμο μας κουβαλώντας στην πλάτη μας εκείνο το βράδυ.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like