Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που με είδε στ’ αλήθεια η Βάσω
Δεν έχω ιδέα αν είναι σωστό που το λέω – αλλά το κουβαλάω τόσα χρόνια μέσα μου, που ήρθε η ώρα να βγει. Την αρχή της ιστορίας μου, άμα τη δεις απ’ έξω, ε θα σου φανεί συνηθισμένη: καλοκαίρι, λαϊκή γειτονιά, ζέστη που κολλάει πάνω σου σαν ρούχο – και βράδια που μυρίζουν γιασεμί και τσιγαρίλα. Εκείνη την εποχή έκανα δυο δουλειές, πρωί σ’ ένα ξυλουργείο, βράδυ βοηθός σε ψησταριά στο Θησείο. Οι μέρες μου γέμιζαν αδειανά πιάτα και μαυρισμένα χέρια – και η νύχτα έπεφτε αργά, με ένα βάρος στο στήθος πιο πολύ απ’ την κούραση.
Εκεί τη γνώρισα. Ήρθε πρώτη φορά με μια παρέα – από αυτές τις παρέες που μιλάνε ζωηρά, γελάνε δυνατά, αλλά ξεχωρίζει πάντα ένας. Αυτή, λοιπόν, ξεχώριζε και με το παραπάνω. Την άκουγες σε κάθε κουβέντα, μισογελώντας με τα σκουλαρίκια της να χορεύουν μαζί με τον λαιμό της. Εγώ ήξερα πώς να μην κοιτάω τους πελάτες επίμονα, αλλά, κάποιες φορές, το μάτι σε προδίδει. Κι εκείνο το βράδυ, σταμάτησε με ένα βλέμμα πάνω μου – όχι επαγγελματικό, όχι τυχαίο. Ένα βλέμμα με ενδιαφέρον⋅ ξέρεις, από αυτά που σε κάνουν να νιώθεις πως κάποιος σε διαβάζει ανάποδα.
Λέγεται Βάσω. Μού το είπε εκείνη, την τρίτη φορά που ήρθε στην ψησταριά, μόνη της τότε. Πήγα να της μαζέψω το τραπέζι, και την ώρα που έσκυψα, μου ψιθυρίζει: «Άσε, θα κάτσω λίγο ακόμα. Κατεβαίνει ωραία η μπίρα εδώ.» Ήμουν στα 32 τότε και αυτή κάπου στα 28 – ωραία ηλικία, με μια πίκρα που δεν έχει γίνει ακόμα συνήθεια. Ξεκινήσαμε να μιλάμε, τίποτα σπουδαίο, για μουσική, για τα στραβά της Αθήνας, πότε γιαγιάδων γκρίνιες και πότε πώς περνάω τις μέρες μου. Δεν με ρώτησε αν έχω σχέση – δεν ενδιαφερόταν για τύπους. Μόνο για το πώς της απάντησα όταν, λίγο απρόσμενα, μου είπε: «Σ’ αρέσει να κοιτάς το φεγγάρι;» Και της είπα: «Μ’ αρέσει να το κοιτάνε μαζί μου.»
Απ’ το βράδυ εκείνο, άρχισε να περνάει συχνά. Δεν κάναμε τίποτα το τρανταχτό – τα βλέμματά μας όμως έκαιγαν σιγά σιγά όλο και περισσότερο. Ερχόταν αργά, θα ‘χε σχολάσει απ’ το κατάστημα με τα λουλούδια που δούλευε, έφερνε κάτι μικρά γιασεμιά και τα άφηνε πάνω στον πάγκο, λες και μου τα ‘δινε με τρόπο, για να τα βρω μετά. Μεροκάματα, κουβέντες, και ένα βράδυ που ρίσκαρα λίγο παραπάνω κι ακούμπησα το χέρι της, τάχα τυχαία, πάνω στο τραπέζι. Άστραψε ο αέρας ανάμεσά μας, όχι γιατί κάναμε κάτι, αλλά γιατί φοβόμαστε να κάνουμε οτιδήποτε μπροστά στους άλλους. Είχε κάτι αυτή η ένταση, ένα παιδικό «θα με αγγίξεις; να σ’ αγγίξω;» – κι ας ήμασταν ενήλικες που τον κόσμο τον είχαμε φάει ήδη στη μάπα.
Η πρώτη φορά που περπατήσαμε μόνοι, ήταν μια Δευτέρα νύχτα, στον Πεζόδρομο. Όλα άδεια εκτός από εμάς – και τα ρολά των σπιτιών κλειστά. Δεν με ένοιαζε τίποτα εκείνη την ώρα. Θυμάμαι, έβγαλε τσιγάρο απ’ το τσαντάκι της, έγειρε το σώμα λίγο μπροστά, μου έδωσε αναπτήρα, κι όσο της άναβα το τσιγάρο, με κοίταξε βαθιά, αναίτια – και το κατάλαβα πως κάτι πάει να γίνει.
«Έλα να περπατήσουμε μέχρι τα βράχια,» μου είπε, και βγάλαμε το δρόμο προς το Λουτρό.
Άραξε σε μια γωνιά και είπαμε – έτσι, ούτε σπουδαία λόγια ούτε υποσχέσεις. Μόνο να ρωτάμε χαμηλόφωνα τι θέλει ο ένας, τι φοβάται η άλλη. Μου είπε πως της αρέσουν τα απλά, πως την κουράζουν τα δύσκολα, πως όταν κάποιος τη δει στ’ αλήθεια, της φτάνει. Και, κάπως έτσι, σκέφτηκα να της πιάσω το χέρι στα σκοτεινά – και δεν τράβηξε πίσω. Ίσα – ίσα, με τράβηξε κοντά της, και έτσι όπως είχαμε γείρει ο ένας πάνω στον άλλον, άκουγα ανάσα, κι ένιωθα καρδιές να χτυπάνε δίπλα – δίπλα. Δεν κάναμε τίποτα παραπάνω. Είχα να νιώσω τέτοια ένταση από τότε που ήμουν έφηβος, λες και όλα τα τρεμάμενα χέρια της πρώτης φοράς τα μάζεψε εκείνη, για να μου τα ξυπνήσει.
Μετά από κείνο το βράδυ, μπήκε στη ζωή μου αλλιώς. Δυο βδομάδες να σκάμε απ’ τη ζέστη, να συναντιόμαστε στα κλεφτά, άλλοτε στη δουλειά, άλλοτε στην ταράτσα μου, να τα λέμε με δυο μπυρίτσες, τα γόνατα να ακουμπάνε οριακά. Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που το φεγγάρι ήταν θεόρατο – κι είπαμε να μείνει λίγο παραπάνω, χωρίς πολλά λόγια. Έκλεισα το ραδιόφωνο. Έμεινε σιωπή, μα αυτή δεν ήταν βαριά, ήταν κάλεσμα.
Δεν θυμάμαι ποιος πήρε την πρωτοβουλία. Ίσως εγώ, ίσως εκείνη, ούτε έχει σημασία. Το μόνο που θυμάμαι ήταν πώς τρέμαμε κι οι δυο. Κι όχι απ’ ντροπή – από προσμονή, από εκείνο το αναθεματισμένο «θέλω και δεν ξέρω πώς θα το πω αλλιώς». ‘Ακουσα μία ανάσα να τραβιέται, μύρισα το γιασεμί που έφερε μαζί της, ένιωσα το χέρι της να σκαρφαλώνει πάνω στο στήθος μου και να με τραβάει προς το μέρος της. Τα χείλη μας αγγίχτηκαν αργά, σα να δοκιμάζουν ν’ ανοίξουν μια πόρτα, σα να τρέμουν μην τη σπάσουν. Η νύχτα κράτησε λίγο, κράτησε έναν αιώνα.
Ξημερώνοντας, πίναμε καφέ στην ταράτσα, με το μαλλί της ανακατεμένο στ’ αγόρια μου, κι εγώ ένιωθα ελαφρύς, χωρίς τη συνήθη γεύση της μοναξιάς στο στόμα. Δεν ξέρω αν ήμασταν μαζί – δεν ζητήσαμε όρκους ούτε μπήκαμε σε κουτάκια. Ξέρω μόνο πως για κάμποσο καιρό, κράτησα εκείνο το βλέμμα, εκείνη τη φωνή της, εκείνη την αίσθηση ότι, τελικά, έστω για μια στιγμή, βρήκα κάποιον που με είδε στ’αλήθεια.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.
