Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ με την Ελένη στη λαϊκή και στο μικρό της σπίτι

Δεν τα λέω συχνά αυτά, να ξέρεις. Αλλά έχουν και τα χρόνια μας, φαίνεται, το δικό τους καλό: αρχίζεις και λες «δε βαριέσαι, μια φορά είναι η ζωή, ας τα θυμηθώ όπως τα έζησα». Και πώς να τα ξεχάσω δηλαδή εκείνο το καλοκαίρι; Δεν ήθελα πολλά-πολλά. Δουλειά, σπίτι, με το μηχανάκι βόλτες, καμιά μπύρα στο πόδι. Μόνο το βράδυ με έτρωγε. Ένα άδειο διαμέρισμα, να κοιμάμαι με το ένα χέρι κάτω απ’ το κεφάλι και το άλλο να γυρεύει να βρει κάποιον να πιαστεί.

Πρώτη φορά την είδα στη λαϊκή – όχι πως ψώνιζα και συχνά, είχα πάει να πάρω ντομάτες για μια σαλάτα. Μαύρα μαλλιά, κόκκινα χείλη, ένα φόρεμα κίτρινο χτυπητό, και χαμόγελο που έσπαγε κόκκαλα. Είχανε πιάσει μια κουβέντα με τον μανάβη, κάτι γελάκια, κάτι αστεία, κι εγώ, τι να κάνω, κόλλησα να την κοιτάω. Με πήρε χαμπάρι. Με ζύγισε γρήγορα-γρήγορα με το μάτι, ούτε που έριξε το βλέμμα αλλού. Εγώ να σαστίζω – αισθανόμουν το αίμα μου να τρέχει ανάποδα. Τα ‘χασα λιγάκι. Όταν πλησίασα να πάρω τα ροδάκινα, κόντρα-πείσμα μ’ άγγιξε τάχα κατά λάθος στον αγκώνα, και σήκωσε το μάτι, με γατίσιο ύφος. Ξέρω γω, ήταν σαν να μου είπε με το βλέμμα: «Σου ξέφυγα; Δεν θα το πόνταρα».

Έφυγα απ’ τη λαϊκή με κάτι ντομάτες, δυο χίλιες σκέψεις και την καρδιά μου να χτυπάει παράξενα. Κι εκείνο το ίδιο απόγευμα τη βλέπω πάλι: στο καφέ, στη γωνία, με ένα βιβλίο ανοιχτό και το πόδι της να χτυπάει ρυθμικά στο πλακάκι. Αυτό ήταν το σημάδι, λέω. Δεν είπα τίποτα εξεζητημένο, μόνο ένα “περίεργο δεν είναι που συχνάζουμε στα ίδια μέρη;” – και έσκασε αυτό το χαμόγελο ξανά, που με έκανε να νιώθω δεκαοχτάρης. Μου λέει, “και μήπως ήρθε η ώρα να γνωριστούμε; Εγώ είμαι η Ελένη.” Ξεστόμισα κι εγώ το όνομά μου, και εκεί άρχισε το παιχνίδι.

Θυμάμαι κάθε λεπτό από εκείνη τη σαββατιάτικη κουβέντα. Δεν λέγαμε σπουδαία πράγματα, ξέρεις. Ποιος δουλεύει πού, τι μουσική ακούει, αν της αρέσουν τα ταξίδια ή ν’ ανεβαίνει στ’ αστέρια με το μυαλό της. Αλλά αντί για κουβέντα, ήταν τα βλέμματα που έλεγαν όλα τ’άλλα. Οι μικρές παύσεις, κάτι χαμόγελα που κόβονταν στη μέση και ο ένας περίμενε από τον άλλον να βγει μπροστά. Η ώρα πήγε εννέα, δέκα, έντεκα, κι οι καρέκλες άρχισαν να μαζεύονται γύρω μας, σαν να μας έδιωχναν να πάμε κάπου αλλού.

Δεν το είπα εγώ πρώτος. Μου το πρότεινε μ’ ένα ύφος λες και το έκανε απο πάντα: “Έλα, να φτιάξουμε μια σαλάτα με τις ντομάτες σου,” γελώντας, κάπως πειραχτικά. Το σπίτι της ήταν απέναντι, χαμηλό φωτισμό, μυρωδιά βασιλικού και ρίγανης, και στους τοίχους φωτογραφίες από παραλίες που μάλλον δεν είχε πάει.

Εκεί το καταλαβαίνεις – ότι όλα τα άλλα ήτανε πρόφαση. Το πώς με άγγιξε στον ώμο, κάπως απαλά, την ώρα που έκοβε τα λαχανικά. Το πώς έπιασε το ποτήρι μου, χτύπησε το δάχτυλο τάχα στη βάσει και με κοίταξε, λες κι ήξερε τι σκεφτόμουν. Υπήρχε από κάτω ένα ρεύμα, κάτι σαν τραβηχτικό ρεύμα στη θάλασσα – φαινομενικά ήσυχα, μα από κάτω να σε σέρνει όλο και πιο βαθιά.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς άρχισε: με γέλιο. Κοντεύαμε να χύσουμε το λάδι στη σαλάτα, έγειρε προς τα πάνω μου, τα μαλλιά της ακούμπησαν στον λαιμό μου, και προτού το σκεφτώ, το χέρι μου ακούμπησε στην πλάτη της, να συγκρατήσω τάχα ένα σκεύος. Και μετά την κοίταξα στα μάτια. Έγινε μια παύση, ξέρεις από εκείνες που λες ότι ο χρόνος σταματάει, και δεν ξέρεις αν να τραβηχτείς ή να αφεθείς. Και ήρθε πιο κοντά, μου ψιθύρισε ότι “σπανίζουν πια τέτοια βράδια”, και ήταν σα να έπιασε φωτιά το στήθος μου από τα λόγια της.

Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο. Μόνο αυτόματα πήγαμε αγκαλιά, τόσο αβίαστα, κι άφησα το στόμα μου να βρει το δικό της, αργά. Ήταν ένα φιλί απ’ αυτά που δεν σ’ αφήνουν να ανασάνεις αμέσως — λες και όλος ο κόσμος στένευε στα τετραγωνικά εκείνης της μικρής κουζίνας. Κι ύστερα έγειρα το χέρι μου στο μάγουλό της, την κράτησα εκεί μια στιγμή, μα το χαμόγελό της με έκανε να βάλει φτερά η καρδιά μου.

Το τι έγινε μετά δεν είναι για να περιγράφεται, ούτε χρειάζεται θαρρώ. Θα πω μόνο αυτό: δεν υπήρχε βιασύνη, ούτε άγχος, ούτε τίποτα που να μοιάζει σκηνοθετημένο. Όλα κύλησαν αργά, με πολλές σιωπές, με βλέμματα να μιλάνε και να χτυπάνε την καρδιά μου, να με αιφνιδιάζουν τα αγγίγματά της και να αισθάνομαι σαν να ξαναγεννιέμαι. Όλο το βράδυ, ως το ξημέρωμα σχεδόν, μείναμε εκεί, δυο άνθρωποι μόνοι στον κόσμο, χωρίς τίποτα να μπορεί να μας ακουμπήσει.

Το παράθυρο είχε ανοίξει και μύριζα το γιασεμί. Εκεί, λίγο πριν αποκοιμηθούμε, μου είπε μόνο “Να θυμάσαι αυτό το βράδυ, Στέφανε,” έτσι – με το μικρό μου όνομα, σα να το ‘ξερε από πάντα. Κι εγώ ξύπνησα την άλλη μέρα, κοντά της, με μια γλύκα στην καρδιά κι ένα αίσθημα ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, όσο ζούμε και κοιταζόμαστε στα μάτια.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.

You might also like