Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα τη Λένα

Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό το καλοκαίρι, το καλοκαίρι που γνωρίστηκα με τη Λένα. Στο χωριό μου ήτανε, εκεί κοντά στη θάλασσα, σε ένα σπίτι παλιό που ήμασταν παρέα μια μεγάλη παρέα από τη γειτονιά, κάθε χρόνο μαζευόμαστε εκεί, πίναμε, συζητάγαμε, κάναμε μπάνιο στη θάλασσα. Εκείνο το καλοκαίρι όμως, δεν ξέρω για ποιο λόγο, όλα μου φαίνονταν πιο έντονα, πιο ολοζώντανα, σαν τα πράγματα να είχαν ανοίξει και να μου δείχνανε ένα άλλο πρόσωπο.

Η Λένα ήρθε μαζί με μια ξαδέρφη της που ήταν φιλη της αδερφής μου. Την πρόσεξα αμέσως, αλλά όχι επειδή ήτανε όμορφη, αν και ήτανε. Είχε αυτό το βλέμμα, το γέλιο το χαμηλό, τα χέρια της ήσυχα αλλά ανήσυχα, το βλέμμα της που πότε πότε, στα κρυφά, σε τρυπούσε σαν βελόνα αλλά ζεστά. Καθότανε δίπλα στη σκάλα, φόραγε ένα απλό μπλουζάκι κι ένα σορτσάκι, και έμοιαζε να μην της καίγεται καρφί. Αλλά εγώ έβλεπα πως κάθε τόσο, όταν γυρνάγαμε γύρω όλοι και λέγαμε τα δικά μας, εκείνη άκουγε, γελούσε, και με κοίταζε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

Οι μέρες περνούσαν έτσι, μεσημέρια βαριά, ντάλα ο ήλιος, και η Λένα να κυκλοφορεί ξυπόλυτη στο σπίτι, σιγοτραγουδώντας λαϊκά απ’ τη ραδιοφωνική εκπομπή που άκουγε η θεία. Ήταν αυτή η χαλαρότητα που μ’ άναβε — δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι, δεν ήξερα τι να πω. Μια φορά την πέτυχα στην αυλή με τα πόδια μέσα στην πλαστική λεκάνη, τα μαλλιά της βρεγμένα. Κάθισα δίπλα της, τάχα για να ξεκουραστώ, και μου είπε με το χαμόγελο το ήσυχο: «Έχει ωραία βραδιές εδώ, ε;»

Τη νύχτα στο χωριό πέφτει ένα πέπλο άλλο, μυρίζει γιασεμί και χώμα και το κύμα ακούγεται απ’ το λιμάνι. Εκείνο το βράδυ, τόλμησα. Οι άλλοι ήταν μεθυσμένοι, γελούσαν, τραγουδούσαν παλιές επιτυχίες, κι εγώ πήρα αναψυκτικό και βγήκα έξω στην αυλή. Τη βρήκα εκεί, καπνίζε αθόρυβα, με ένα τσιγάρο που το σήκωνε στο στόμα με τα δύο δάχτυλα, και η φλόγα της αναπτήρας φώτισε τα μάτια της για μια στιγμή. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα δίπλα της, ούτε πώς ξεκίνησα να της μιλάω. Ήξερα, όμως, εκείνη τη στιγμή, ότι ήθελα να βουτήξω μέσα σε αυτό το βλέμμα. Της είπα κάτι κουτό, μίλησα για τα άστρα, για τον ήχο απ’ τα τζιτζίκια. Εκείνη γέλασε λίγο και μετά με κοίταξε σοβαρά.

Βαριά σιωπή. Δίπλα μας μόνο το τραπέζι με τα άδεια ποτήρια. Τα χέρια της τρίβανε το ένα το άλλο, νευρικά. Γυρνάει και μου λέει, σιγά, μην ακούσει κανείς: «Έχεις καταλάβει πως σε κοιτάω;» Δεν απάντησα. Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που έκανα πίσω – πάντα ήμουν πρώτος στη βλακεία και στα αστεία, πάντα ήξερα πώς να το πάω, να κάνω τη ντρίπλα. Αλλά εκείνη τη στιγμή κόλλησα, γιατί είχα κι εγώ καταλάβει — και φοβόμουνα. Γιατί όταν μια γυναίκα σε βλέπει έτσι, γίνεσαι ξαφνικά παιδί, λες και δε μεγάλωσες ποτέ.

Μετά, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι το χέρι της ήρθε και κάθισε πάνω στο δικό μου. Όχι γρήγορα, ούτε αδέξια, αλλά σίγουρα, ζεστά, σαν να ξέραμε καιρό ο ένας τον άλλο. Ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο μου, σιωπήσαμε, και μόνο το στόμα μου άναβε σαν να ήθελε να της πει κάτι, να τη φιλήσει, να την αγγίξει. Μείναμε έτσι, δυο ανάσες τόσο κοντά που σχεδόν μπλέκονταν.

Εκείνο το καλοκαίρι κοιμόμουν ανήσυχος, σκεφτόμουν τα πάντα: το χέρι της, το άρωμά της, τη φωνή της στα μισόλογα τη νύχτα, όταν ψιθύριζε «θα το θυμάμαι αυτό». Τα βράδια κατεβαίναμε μαζί στη θάλασσα, αμίλητοι, διπλανοί, μας έβλεπε το φεγγάρι. Μια φορά μου έσφιξε το μπράτσο και μ’ έσπρωξε στο νερό. Βρεγμένοι, γελάγαμε κάτω απ’ τα φώτα απ’ το μπαλκόνι, και μετά, για λίγο, απλά κοιταχτήκαμε — ήταν αυτή η στιγμή που νομίζεις πως θα γίνει κάτι μεγάλο, κάτι που δεν θα το βρεις αλλού.

Δεν αγγιχτήκαμε ποτέ στ’ αλήθεια εκείνα τα βράδια, όχι όπως το κάνουν οι άνθρωποι στις ταινίες. Δεν χρειάστηκε. Το ρεύμα περνούσε έτσι κι αλλιώς από τα βλέμματα, απ’ τα πόδια που μπερδεύονταν στο τραπέζι, από τα δάχτυλά της που δάγκωνε στα κλεφτά όταν γελούσε. Μια μέρα την έβαλα στο παλιό μου παπάκι και πήγαμε μέχρι τον φάρο. Εκεί, ανάμεσα στα βράχια, φυσούσε και εκείνη στραβοκαθόταν στη σαραβαλιασμένη σέλα κι εγώ κοίταζα τα χέρια της στο κράνος — τα νύχια της είχαν μπει μέσα στις γραμμές τους, λες και προσπαθούσε να κρατηθεί από κάπου.

Τη ρώτησα, χωρίς να την κοιτάζω κατάματα: «Κι όταν φύγεις τι θα κάνω, εσύ θα φύγεις σαν να μη συνέβη τίποτα;» Μου ‘πε: «Όχι, αλλά… έτσι πάνε αυτά. Μερικά μένουν απλά εκεί, να σε τρώνε.»

Αυτό το καλοκαίρι τελείωσε όπως όλα τα καλοκαίρια. Η Λένα έφυγε δυο μέρες πριν από μένα. Αφήσαμε μισά ποτήρια κρασί στο τραπέζι και στη βεράντα το παλιό τάβλι ανέγγιχτο. Μου άφησε ένα χαρτάκι, κολλημένο στο ντουλαπάκι της κουζίνας: «Να το θυμάσαι». Από τότε όποτε βρέχει μυρίζει γιασεμί, κι ακόμα την ακούω πολλές φορές να γελάει στην άκρη του αυτιού μου, σχεδόν σα να είναι εδώ.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like