Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα την Άννα
Να σου πω, δεν ξέρω πώς ακριβώς να ξεκινήσω, γιατί αυτά τα πράγματα, όσο να πεις, δε συνηθίζεις να τα αφηγείσαι. Τα ζεις, τα κρατάς συνήθως για σένα. Αλλά να, κάποια βράδια που κάθομαι μόνος μου, το θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι – αυτό το περίεργο, το φωτεινό, που λένε ότι όταν είσαι έτοιμος, αλλάζει όλη σου η ζωή από κάτι μικρό. Για μένα, αυτό το “μικρό” είχε όνομα: Άννα.
Με την Άννα βρεθήκαμε εντελώς τυχαία, όχι, εντάξει ψέματα, δεν ήταν τυχαίο, εγώ δούλευα σε μια ταβερνούλα στα παράλια, εκείνη ερχόταν με την παρέα της κάθε βδομάδα. Μου είχε κάνει εντύπωση απ’ το πρώτο κιόλας βράδυ – όχι επειδή φώναζε ή γελούσε ή προκαλούσε, τίποτα απ’ αυτά. Ήταν τόσο ήρεμη, ήξερε πότε να χαμογελάει, πότε να ακούει, πότε να σε κοιτάζει στα μάτια, σα να ήξερε τι σκέφτεσαι πίσω απ’ τα λόγια σου.
Κι ύστερα όλα έγιναν σαν να τα είχαν κανονίσει αλλιώς: μια φορά δεν ήρθε μαζί με τους φίλους της – ήρθε μόνη της, αργά το απόγευμα, πάνω που έκανα ταμείο. Καθόταν εκεί στην άκρη του μαγαζιού, με το πρόσωπο στο μισόφως, κι εγώ την κοίταζα από μέσα απ’ το τζάμι, προσπαθώντας να μαντέψω τι ήθελε εκείνη την ώρα. Μαζί με τον καφέ της, μου ζήτησε να της φέρω ένα ποτήρι νερό και να καθίσω, αν είχα χρόνο, γιατί δε χρειαζόταν τίποτα άλλο, «παρά μόνο δυο κουβέντες». Μια απλή κουβέντα, αλλά να, εγώ ένιωσα σαν να μη με είχε ρωτήσει ποτέ κανένας άνθρωπος αν έχω κουράγιο να κάτσω δίπλα του.
Κι έτσι κάτσαμε. Ένα τραπέζι χωρούσε εμένα κι αυτήν, δυο βραχίονες να ακουμπούν δήθεν τυχαία. Και μου μιλούσε για τη ζωή της, χωρίς παραμύθια: για μια σχέση που της έβγαζε πίκρα, για μια δουλειά που της έτρωγε την ψυχή, για κάτι φίλους που ξεθώριασαν. Δεν ήθελα να την παρηγορήσω, ήθελα απλώς να μην τελειώσει αυτή η κουβέντα. Κάποτε χώθηκαν οι σιωπές ανάμεσα στα λόγια, κι εγώ τις άφησα να με φέρουν πιο κοντά της. Δεν ξέρω πώς έγινε· ξαφνικά τη βρήκα να με κοιτά σαν να με ρωτά αν μπορώ να κρατήσω το χέρι της, να το στηρίξω μακριά από όσα την πλήγωναν.
Σιγά-σιγά άρχισε να μου δίνει σημάδια. Μια φορά, αργά, μείναμε μόνοι, πλύναμε μαζί τα ποτήρια, και καθώς σκουπίζαμε τα χέρια μας, φάνηκε να σταματάει ο χρόνος. Εκείνη η μισή στιγμή που κάναμε να κοιταχτούμε στα μάτια, κοκκινίζαμε κι οι δύο σαν παιδιά που τα πιάσαν να κλέβουν. Θυμάμαι ακόμα πώς με ακούμπησε τότε, με την ανάσα της σχεδόν πάνω μου, «να σου πω κάτι;» μου ψιθύρισε, «έχω καιρό να χαρώ παρέα τόσο αληθινή». Και κάπως έτσι, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, βρεθήκαμε αγκαλιά έξω στο στενό, να περπατάμε πλάι-πλάι και να μη μας νοιάζει τίποτα, ούτε τι θα πει ο κόσμος, ούτε αν θα ήμασταν μαζί και την επόμενη μέρα.
Ήταν εκείνες οι μέρες που όλα φτιάχνονται μόνο με βλέμματα – μια κλεφτή ματιά, ένα χαμόγελο που φτιάχνει ρυτίδες στα μάγουλα, ένα χέρι που ακουμπά χωρίς να ρωτήσει. Εγώ, να σου πω, απ’ τη φύση μου δεν τα λέω εύκολα αυτά, αλλά τότε δεν μπορούσα να κρατηθώ. Θυμάμαι ένα βράδυ μέναμε στο μαγαζί μέχρι αργά – κάναμε πως συμμαζεύαμε, μα στην πραγματικότητα παίζαμε παιχνίδια με τα χέρια μας κάτω απ’ το τραπέζι, τάχα μου ψάχναμε τα στιλό και τα χαρτιά. Εκείνη έβαζε τάξη στον λογαριασμό, εγώ ανακάτευα τα ρέστα επίτηδες, μόνο και μόνο για να έρθει κοντά μου και να σκύψει από πάνω μου, τόσο κοντά που μύριζα το άρωμά της και ζάλιζα τον νου μου.
Η αλήθεια είναι, δεν ανταλλάξαμε ποτέ μεγάλες εξομολογήσεις. Ό,τι είχαμε να πούμε, το λέγαμε με τη σιωπή μας ή μ’ ένα απλό άγγιγμα, να της χαϊδέψω τα δάχτυλα πάνω απ’ το τραπέζι, να τής σφίξω τον καρπό, έτσι, διακριτικά, κάτω από το φως της λάμπας που τα ‘κανε όλα να φαίνονται ονειρικά. Έκλεβα αυτές τις στιγμές σαν να φοβόμουν μη μου τις πάρει κανείς.
Την τελευταία μας μέρα, ήρθε νωρίς, πριν πιάσω καν δουλειά. Ήξερα ότι κάπου εδώ θα τελείωνε, γιατί είχε βρει δουλειά αλλού κι έπρεπε να φύγει. Καθίσαμε στην ακροθαλασσιά μέχρι να βγει ο ήλιος. Δεν μιλήσαμε πολύ. Καθόμουν δίπλα της, της χάιδεψα τα μαλλιά που έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό της, και μόνο που ανέβηκε λίγο το φλάμπουρο στην ψυχή μου. Μου είπε απλά: «Δεν ξέρω τι θα θυμάμαι απ’ αυτό το καλοκαίρι, αλλά εσένα δεν θα σε ξεχάσω».
Τη συνόδεψα ως το σταθμό, περπατώντας σιγά, χωρίς να μας νοιάζει αν έφευγε το λεωφορείο. Τη χώρισα εκεί, με εκείνο το μισό αγκάλιασμα που μένει στη μέση, σαν να αφήνεις κάτι υπόσχεση. Δεν ξέρω αν έτυχε ή αν έτσι έπρεπε να γίνει, αλλά από τότε κράτησα μέσα μου αυτήν τη σπίθα. Να μ’ έχει σημαδέψει για πάντα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.
