Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Το ήσυχο καλοκαίρι της γνωριμίας του Κώστα και της Ελισάβετ

Λοιπόν, τι να σου πω… θα στα πω όπως ακριβώς τα έζησα, χωρίς πολλά πολλά. Μπορεί να μη μοιάζει με έρωτες από ταινίες, αλλά για μένα τότε ήταν ό,τι πιο αληθινό, κι όποιος την ακούσει θα καταλάβει.

Ήταν ένα καλοκαίρι στην Αθήνα, κείνο το βαρύ, που ούτε ο ανεμιστήρας πια δε σ’ ανακουφίζει και θες μόνο να πας στη θάλασσα, να μπανίζεις το ηλιοβασίλεμα με μια μπύρα στο χέρι. Η αλήθεια είναι πως ήμουν σε μια φάση που τα είχα όλα στο περίπου – ούτε σχέση, ούτε εντελώς μόνος, κάτι ενδιάμεσο. Μέχρι που ένα βράδυ, μ’ έναν φίλο, βγήκαμε στο Παγκράτι, για κάνα ποτό τυχαίο.

Ε, εκεί τη γνώρισα. Ήταν στην παρέα του φίλου μου, χωρίς πολλά στολίδια, αλλά με κάτι μάτια… σκέτο κάρβουνο. Κι ένα χαμόγελο… σου τρυπούσε το στομάχι. Η Ελισάβετ. Δεν ήξερα καν αν έχει γκόμενο ή τι, μόνο ήξερα τι ένιωσα εκείνο το πρώτο λεπτό: Αυτό το σφίξιμο – όμορφο, παράξενο. Ήξερα πως θα γίνει κάτι, ήθελα μόνο να δω πώς.

Κάθισε απέναντί μου. Τα φώτα στο μπαράκι θολά, τα ποτήρια να χτυπάνε, το γέλιο δυνατό, χλιαρές κουβέντες για μουσικές και ζωή. Μιλάγαμε, κοίταζε μια εμένα, μια το μπουκάλι της. Πιάνω μια στιγμή το βλέμμα της πάνω μου, ήσυχο, ανεπαίσθητο. Εκεί άρχισε μέσα μου να παίζει ένα άλλο τραγούδι, πιο σιγανό.

Ώσπου να το καταλάβω, βγήκαμε έξω να πάρουμε αέρα. Μόνο οι δυο μας. Κάναμε ότι μιλάμε για αστεία και ατάκες, αλλά υπήρχε μια αγωνία, σα να προσέχαμε κάθε λέξη. Κι ο αέρας βαρύς, είχε πάψει το βράδυ να δροσίζει. Της πρόσφερα τσιγάρο. Μου άγγιξε το χέρι μισό δευτερόλεπτο – το θυμάμαι ακόμα. Μου έλεγε πώς μεγάλωσε, πόσο αγαπάει τη θάλασσα. Κοίταζα το στόμα της και ένιωθα ένα ρεύμα από κρασί να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.

Γύρισα σπίτι και δεν έμεινε όνειρο που να μην τη σκέφτομαι. Πέρασε καμιά βδομάδα, μ’ένα σωρό μηνύματα, γεμάτα υπεκφυγές, χιουμοράκια, κρυφές ματιές από εφαρμογές. Κανονίσαμε να βρεθούμε κατά τύχη – έτσι το είπαμε. Πηγάδι μια βραδιά, πιο νότια, πιο ήσυχα. Μόνο εγώ κι αυτή, αυτή τη φορά.

Εκεί πια ήταν όλα στη φόρα. Μια βόλτα στη θάλασσα, τα πόδια γυμνά στην άμμο, να κυνηγάει τα κύματα, να γελάω με το πως κοιτούσε τα αστέρια. Κουβέντα χαμηλή, με διακοπές – όχι από αμηχανία, αλλά επειδή κανείς μας δεν ήξερε αν πρέπει να πει αυτό που σκέφτεται. Ξέρεις, εκείνα τα δευτερόλεπτα που κρατάει το στόμα σου σφαλιστό αλλά τα χέρια λένε άλλα; Έτσι ακριβώς.

Κάποια στιγμή τη σταματάω, απλώνω το χέρι και πιάνω το δικό της. Δεν τραβήχτηκε. Δεν χαμογέλασε ακριβώς, αλλά έγνεψε ανεπαίσθητα το κεφάλι. Δίχως κουβέντα, δίχως τίποτα, καθίσαμε στην άμμο. Φοβόμουνα – όχι την απόρριψη, αλλά το μέσα μου που πήγαινε να βγει ολόκληρο προς τα έξω.

Πρώτη φορά δεν ήθελα “τίποτα πρόχειρο”, ούτε το γνωστό “ας το αφήσουμε χαλαρά”. Ήταν αυτή η σιγουριά, ότι ακόμα κι αν διαλυθούμε, αξίζει. Τα χάδια της ήταν αργά, σχεδόν διστακτικά στην αρχή, σαν απόβαση. Πήγα να της πω κάτι αστείο για να χαλαρώσουμε, αλλά μου έβαλε ελαφρά το χέρι στα χείλη. Μικρή, ήσυχη αναπνοή, το πρόσωπό της κοντά στο δικό μου – κι εκείνη η στιγμή που τα πάντα σωπαίνουν.

Την φίλησα χαμηλόφωνα, όπως πέφτει ένα φύλλο. Ένιωσα μια ζέστη μέσα μου που δεν ήξερα καν αν μπορούσε να υπάρξει. Δεν ξέρω για εκείνη, μα εγώ χάθηκα. Δεν υπήρχε θόρυβος, ούτε καν το κύμα. Μόνο τα δάχτυλά της ψηλάφίζαν το χέρι μου. Δεν έβαλα καμιά βιασύνη. Ό,τι έγινε, έγινε σιγά, σαν να ξετυλίγαμε κομμάτι κομμάτι τον φόβο μας. Τα ρούχα ακόμα στη θέση τους, οι ψίθυροι, οι ανάσες, μόνο καμιά αγκαλιά στα σκοτεινά, βιαστική, λες και μας βλέπουν όλοι αλλά ήμασταν μόνοι.

Γύρισα σπίτι ξημερώματα, φιλί στο μάγουλο και βουβή υπόσχεση πως “κάτι φτιάξαμε απόψε, δε χάθηκε”. Ξαναβρεθήκαμε, όχι αύριο ακριβώς αλλά δεν το αφήσαμε να σβήσει. Πήγε καιρό έτσι – μηνύματα γεμάτα νόημα, κάτι συνθηματικά στη μέση της μέρας, κανόνες που έσπαγαν σιωπηλά. Πότε σε δρόμους, πότε σε βεράντες. Εκείνη να ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου, να με ρωτάει χαμηλόφωνα “μάς βλέπει κανείς;”, εγώ να χαμογελάω και να της πιάνω το χέρι κάτω απ’ το τραπέζι στα κρυφά. Τα πιο ωραία κλωτσήματα είναι πάντα τα κρυφά, να ξέρεις.

Δεν ξέρω αν το λες έρωτα ή πως αλλιώς το βαφτίζει ο καθένας. Για μένα ήταν μια ιστορία που μπήκε σαν ήσυχος χαμός και με πείραξε βαθιά – και μετά κύλησε, λιγόστεψε, αλλά δεν χάθηκε ποτέ. Ακόμα κι αν αραίωσε, ακόμα κι αν ποτέ κανείς δεν κατάλαβε ακριβώς τι είχαμε. Ήταν ένα τραγούδι που παίχτηκε μόνο μία φορά και ποτέ ίδιο μετά.

Αυτά ήταν. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like