Ερωτικές Ιστορίες – Μια καυτή Κυριακή Αυγούστου με τη Μάγδα
Λοιπόν… Να σου πω κάτι που με βασανίζει καιρό, και τώρα που μου το ‘φερες στο μυαλό, σαν να ήρθε η ώρα να το βγάλω από μέσα μου. Ήτανε μια Κυριακή του Αυγούστου, με το που ‘χαν αδειάσει οι δρόμοι της Αθήνας, ξέρεις, απ’ αυτές τις μέρες που η σκόνη κάθεται στα πεζοδρόμια κι η σιγή κάνει τα πάντα λίγο αλλόκοτα.
Δεν είχα διάθεση να κάνω τίποτα μεγάλο ή σπουδαίο εκείνη τη μέρα. Κάθισα στο καφενείο της γειτονιάς, έτσι απλά να περάσει η ώρα. Κι εκεί, όπως έβλεπα τους πελάτες να μπαινοβγαίνουν, τη βλέπω να μπαίνει. Την ήξερα τη Μάγδα, μα μέχρι εκείνη την Κυριακή δεν είχαμε μιλήσει ποτέ παραπάνω από ένα «γειά» στη σκάλα – μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, έβλεπε η πόρτα της το κουδούνι μου.
Ήρθε και κάθισε απέναντί μου, με τον καφέ στο χέρι. «Να κάτσω;» μου λέει, λες κι ήθελε να με δοκιμάσει αν είμαι σε μέρα να πιάσω κουβέντα. Της έγνεψα μόνο και μ’ ένα κομμάτι καρδιάς να χτυπά πιο γρήγορα, χωρίς πολλά-πολλά.
Άρχισε να μου μιλά… Κι όσο μιλούσε, είχε αυτό το βλέμμα – ξέρεις, εκείνο που σου ρίχνουν ορισμένοι άνθρωποι, και νιώθεις πως τα ξέρουν όλα για σένα πριν τους πεις λέξη. Εγώ προσπαθούσα να παίζω ψύχραιμος, αλλά ό,τι έλεγα, της έδινα κι ένα κομμάτι απ’ την ψυχή μου, σαν άθελά μου.
Έμεινε στο τραπέζι δυο ώρες – καύσωνας έξω, δροσιά μέσα. Τα λόγια μας, σαν να ‘βγαινε απ’ τη φωνή της νερό. Έβαζε το χέρι στη στρογγυλή βάση του φλιτζανιού κι εγώ παρακολουθούσα τα δάχτυλά της να παίζουνε, κι όσο άγγιζε το φλιτζάνι, τόσο φανταζόμουν να αγγίζει εμένα.
Και κάπου ξαφνικά, σαν να μην μπορούσα άλλο με τα «ναι και τα όχι» μας, της λέω: «Μάγδα, σ’ αρέσει να ζεσταίνεσαι;» Κι αυτή χαμογέλασε πονηρά. «Μερικά πράγματα, μόνο όταν είναι ζεστά αξίζουν…»
Όλα συνέβησαν τόσο απλά κι όμως, σαν ιδρώτας που μυρίζει γιασεμί, γλυκά και αμήχανα. Μου πρότεινε να πάμε πάνω, τάχα να της αλλάξω μια λάμπα που της είχε καεί – λέει, τάχα φοβάται, δεν πιάνει καλά τις σκάλες.
Μπήκαμε στο σπίτι της κι ήτανε μισοσκότεινο, τα παντζούρια μισάνοιχτα, ο αέρας να μπαίνει απ’ το μπαλκόνι και να παίζει με τις κουρτίνες. Τα πάντα μύριζαν φρεσκοπλυμένα: έριξε ένα μαξιλάρι στον καναπέ κι έκατσε σταυροπόδι, σχεδόν δίπλα μου, να δει πως αλλάζω τη λάμπα. Ψιθυρίσαμε λίγο ακόμα – κι η φωνή της, σιγά-σιγά, έφτασε να ‘ναι πιο σημαντική απ’ το φως.
Δεν χρειάστηκε να ειπωθούν πολλά. Ήρθανε όλα φυσικά, σαν να τα ‘χαν όλα προετοιμαστεί από πριν – όμως τίποτα δεν είχε προετοιμαστεί στ’ αλήθεια. Σηκώθηκα, έβαλα τη νέα λάμπα, κι όπως κατέβαινα από το σκαμνί, στάθηκα απέναντί της. Μ’ έπιασε απ’ το πουκάμισο, έφερε το πρόσωπό της κοντά σε δικό μου… Και τότε άφησε μια ανάσα πάνω στο μάγουλό μου – κι αυτή η ανάσα ήταν που τα έκανε όλα αλλιώς.
Κοιταχτήκαμε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να μιλά κανένας. Ήταν εκείνη η σιωπή, η βαριά, η γεμάτη με όλο το δισταγμό και το θέλω που δεν λέγεται πάνω από δυο φορές στη ζωή.
Το πρώτο της άγγιγμα ήρθε δειλά, με αργά δάχτυλα πάνω στη γωνία του λαιμού μου. Τράβηξε το πουκάμισο, με ‘φερε λίγο πιο κοντά, σχεδόν να νιώσω την ανάσα της στο στήθος μου. Τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, δεν μιλούσαμε – μόνο ανασαίναμε ο ένας τη ζωή του άλλου.
Εκεί μ’ έπιασε ένα ρίγος, όχι από φόβο, μα από προσμονή. Ξεχάστηκα στο μικρό της διαμέρισμα, σα να είχα μπει σ’ άλλο κόσμο. Άκουγα μόνο τα ρολόγια να χτυπάνε κάπου στο βάθος κι αυτήν να γελάει μες στη μισοσκότεινη κάμαρη.
Όταν άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα τα μαλλιά, ένιωσα τα πάντα να γυρνάνε ανάποδα – σαν να έφερνε μαζί της όλο εκείνο το καλοκαίρι, μέσα σ’ ένα άγγιγμα.
Κι εκεί, μες στη σιωπή, άρχισα να της λέω πράγματα που δεν είχα πει ούτε στον εαυτό μου. Πως θέλω να την ακούω να γελάει, να τη βλέπω να βαριέται το απόγευμα, να ξυπνήσει και να μου πει τι όνειρο είδε. Εκείνη χαμογέλασε, έκλεισε τα μάτια και έγειρε πάνω μου, έτσι απλά, χωρίς να ψάχνουμε παραπάνω εξηγήσεις.
Μείναμε έτσι, μεσ’ στην ανυπομονησία και την τρυφερότητα – το άγγιγμα έγινε φιλί, και το φιλί έγινε σιωπή γεμάτη. Δεν ψάξαμε λέξεις να περιγράψουμε το τι νιώθαμε εκείνη την ώρα – τα μάτια μιλούσαν, το σώμα έπαιρνε κουράγιο απ’ το στήθος του άλλου. Η ώρα κύλησε, δεν ξέρω πόση, μόνο θυμάμαι που έξω άρχισε ν’ ανοίγει ο ουρανός λίγο πριν δύσει.
Όταν ντύθηκα να φύγω, είχε μια γλύκα τούτη η σιωπή μεταξύ μας – αυτή που μένει όταν ξέρεις πως κάτι όμορφο γεννήθηκε σε μια απλή, ανέμελη μέρα του Αυγούστου. Δεν μου ζήτησε να μείνω, ούτε κι εγώ της έταξα τίποτα – όμως μ’ ένα βλέμμα, μου ‘πε όλα όσα άξιζε να ειπωθούν. Βγήκα στο κατώφλι και χαμογέλασα, σαν να κουβαλούσα τον ήλιο στις τσέπες μου.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παντελής.
