Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Μια καλοκαιρινή νύχτα γνωριμίας στην πλατεία

Δεν θα στα πω με ωραία λόγια – δεν είμαι κανένας ποιητής. Μια ζωή εργάτης, κάτι σε συνεργεία, κάτι σε οικοδομές, κάπως να βγει το μεροκάματο, και μετά τις οχτώ, πλατεία, καφεδάκι και τάβλι. Μια χρονιά πριν μας πιάσει η πανδημία, ήτανε, θυμάμαι, καλοκαίρι. Σούρουπο, κάπως βαρύς ο αέρας, όσοι μπορούσανε βγαίναν στα πεζοδρόμια να πάρουν μια ανάσα. Έτσι, όπως ήμουνα με τον Μήτσο και τον Μάκη, ξεμακραίνω λίγο να πάρω τσιγάρα από το περίπτερο. Εκεί, σε μια γωνιά, στο παγκάκι, είναι καθισμένη μια κοπέλα μόνη της. Φόραγε ένα κόκκινο φουστάνι, από κείνα τα απλά, τα καλοκαιρινά, και ‘χε έναν αέρα σαν να μη χώραγε πουθενά.

Πρώτα σκέφτηκα να κάνω πως δε βλέπω, αλλά πήγα, είπα ένα “καλησπέρα”, πιο πολύ γιατί κάπως με τράβηξαν τα μάτια της. Ήταν θολά, σαν να ‘χαν βάρος, αλλά κι ένα φως παράξενο μέσα τους. “Περιμένεις κάποιον;” της λέω, κι αυτή χαμογέλασε με κείνο το μισοκαημένο το χαμόγελο που δε σε αφήνει ήσυχο. “Όχι. Κανέναν,” μου λέει. “Εσύ;” με ρωτάει πίσω. Τα λόγια της ήταν απλά, χωρίς φτιασίδια, αλλά κάπως ένιωθες ότι κάτι άλλο πάει να σου πει.

Σωπάσαμε λίγο. Τράβηξα ένα τσιγάρο, της έδωσα κι αυτή πήρε, με τα χέρια της να τρέμουν λίγο, αλλά όχι από κρύο. “Να κάτσω λίγο μαζί σου;” της λέω. “Κάτσε,” μου κάνει, “μην πάει χαμένη η βραδιά.” Σου μιλάω αληθινά, ήταν κάτι πολύ απλό εκείνη τη στιγμή – δυο ξένοι, σε ένα παγκάκι, ο καθένας με το δικό του φορτίο.

Δεν ρώτησα τίποτα που δεν έπρεπε. Τι όνομα, τι κάνει, τίποτα. Μόνο μια ιστορία για μια θάλασσα που δεν πρόλαβε να δει το φετινό καλοκαίρι μου είπε, κι ότι απόψε ήθελε να βγει από το σπίτι “να πάρει αέρα απ’ τους ανθρώπους”, όπως είπε. Κι εγώ, που δεν πολυμιλάω, της λέω “και εγώ εδώ είμαι να γεμίσω το κενό, απόψε”. Μου έπιασε το χέρι. Αργά, να σα να ρωτάει αν επιτρέπεται. Δεν μίλησα. Ένιωσα πως, έτσι όπως αγγίχτηκαν τα χέρια μας, όλα τα ανείπωτα περάσαν από κάτω σαν ρεύμα.

Δεν θα σου πω ότι είπαμε μεγάλα λόγια. Μόνο κάτι γελάκια, μερικές σιωπές και ένα δυο ιστορίες για χαμένες Κυριακές. Ένιωθα τα μάτια της να με κοιτάνε, να με σκανάρουν, να μπαίνουν μέσα μου. Ένιωθα εκείνο το άγγιγμα να με ζεσταίνει, έτρεμα κι εγώ λίγο, σα να ‘μουνα πιτσιρίκος.

Σηκωθήκαμε να περπατήσουμε. Βράδυ πια, ο δρόμος έρημος. Προσπάθησα να κόψω δρόμο, να πάμε πιο πέρα, εκεί που αρχίζουν τα σκοτεινά στενά. Αυτή, ούτε δισταγμό, περπατούσε δίπλα μου αθόρυβα, μ’ ένα περπάτημα μάλαμα. Ακουμπούσε το μπράτσο της στο δικό μου έτσι απλά, χωρίς να κρατά τα προσχήματα, σαν να ήτανε αυτονόητο. Σαν να υπήρχε μόνο αυτό, εκείνη η στιγμή ανάμεσά μας, τίποτα άλλο.

Σταματήσαμε σε μια πυλωτή, στα σκοτεινά. Εκεί, εκείνη γύρισε και με κοίταξε ίσια, χωρίς τίποτα ψεύτικο. Τα χείλη μας ήρθαν κοντά, όχι γιατί κάποιος το κυνήγησε, αλλά τάχα μου να μυρίσουμε ο ένας την ανάσα του άλλου. Τα μάτια μας δεν έσβηναν, το φως που σου έλεγα πριν, μεγάλωσε. Ακόμα το θυμάμαι. Άγγιξε τα μάγουλά μου, το πρόσωπό μου, και δεν μίλησε. Έγερνα πάνω της δισταχτικά, αλλά ήταν εκείνη που μου ψιθύρισε: “Άσε τα λόγια, μόνο νιώσε”.

Όλα ήταν ήσυχα, κι όμως, μέσα μου γινόταν χαλασμός. Δεν έγινε τίποτα τρανταχτό – μόνο φιλιά, αγκαλιές και κάτι ανάσες που μπερδευτήκανε. Έμεινε για λίγο στο στήθος μου ακουμπισμένη, εγώ πέρασα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της, τα μάγουλά της ζεστά πάνω στον ώμο μου. Μια σιγανή, μισοσβησμένη ένταση που έφτανε ως το κόκαλο και σε έκανε να θες να κρατήσει η νύχτα για πάντα.

Χωρίσαμε μόλις χαράξαμε λίγο – δεν χρειαζόταν να πούμε “θα ξαναβρεθούμε”. Αφήσαμε ο ένας τον άλλον έτσι, με εκείνο το στραβό χαμόγελο, σαν να συναντηθήκαμε τυχαία, κι όμως να γίναμε κάτι που κανείς δε θα ξανακαταλάβει.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.

You might also like