Ερωτικές Ιστορίες – Η σιωπηλή γνωριμία του Νίκου και της Άννας
Θα σου πω μια ιστορία που, πώς να στο πω, μου έχει μείνει χαραγμένη μέσα μου, και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Δεν είναι τίποτα το φοβερό ― και όμως για μένα τότε φαινόταν σαν να γκρεμίζονται όλοι οι τοίχοι, να ανοίγουν παράθυρα από κει που δεν το περίμενα. Θα τα πω όπως τα έζησα, γιατί αλλιώς δεν βγαίνει η αλήθεια.
Ήτανε τότε που δούλευα σε ένα νυχτοκάματο, αποθήκη σε σούπερ μάρκετ, όχι τίποτα μεγάλο. Κόσμος περνούσε από τα σβηστά, λίγα λόγια, όλοι στα βάσανά τους. Εκεί ήταν κι η Άννα. Ήσυχη κοπέλα, χαμηλών τόνων, με κάτι μάτια σκούρα κι ήρεμα, που όταν σε κοιτούσε, ένιωθες σαν να κρύβεις κάτι δικό σου, χωρίς να ξέρεις τι. Πάντα μ’ έναν δικό της ρυθμό, στοίβαζε τα κιβώτια, έβαζε πράγματα στη σειρά, περνούσε δίπλα μου σχεδόν χωρίς θόρυβο, μα πάντα μ’ έναν αέρα που ανακάτευε το στήθος μου.
Αρχή ήτανε τα βλέμματα. Πρώτα να πέφτουν τάχα τυχαία και να τραβάνε πίσω. Μετά να κοντοστέκονται λίγο παραπάνω. Ώσπου ήρθε εκείνο το βράδυ ― είχαμε μείνει οι δυο μας, ο υπεύθυνος είχε βιαστεί να φύγει, και μόνο τα νέον τρέμουνε πάνω στα ράφια. Πετάω εγώ κάνα χωρατό, έτσι για να σπάσω τη σιωπή, γυρνάει, μου χαμογελάει αλλιώς απ’ ό,τι άλλες φορές.
Κάθομαι δίπλα της στα κασόνια για το διάλειμμα, ησυχία. Πάει να φύγει η κουβέντα, μα ξαναγυρνάμε ο ένας στον άλλον. Δεν ξέρω πώς, μα είναι σα να έκλεισε για λίγο ο κόσμος, σαν να ήμασταν μονάχοι σ’ ολόκληρη την πόλη. Με ρωτάει αν πιστεύω στα “τυχαία πράγματα”. Της λέω “μερικές φορές, ναι, τα τυχαία είναι τα μόνα που αξίζουν”, κι ήταν η πρώτη φορά που την είδα να μου χαμογελάει με το στόμα και τα μάτια της μαζί.
Δεν είπαμε πολλά, ούτε τα κλασικά γλαφυρά. Ούτε καν πιάσαμε ο ένας τον άλλον απότομα. Όμως εκείνο το βράδυ, μες στη μισοσκιά και τον θόρυβο των ψυγείων, βρήκα το χέρι της να ακουμπάει το δικό μου, έτσι, σαν να μην ήταν επίτηδες. Αλλά δεν το τράβηξα, και ούτε εκείνη. Ενώ μιλούσαμε, τα χέρια μας είχαν μείνει ακίνητα, ακουμπισμένα, ζεστά, ανασαίναμε τα ίδια λεπτά.
Λίγο μετά, τη συνοδεύω μέχρι το λεωφορείο. Σμιγκά ¬–ζεστά λόγια, λίγα, αλλά κάτι άλλα έτρεχαν από κάτω, σαν ποτάμι που δεν φαίνεται. Καθόμαστε στη στάση, και με κοιτάει, λίγο φοβισμένη αλλά και σαν να ήθελε να μείνει εκεί ακόμα μισή ώρα. “Μ’ αρέσει ησυχία σου”, μου λέει. Δεν ήμουν για πολλά λόγια, έτσι της πιάνω το χέρι πιο γερά και της λέω μόνο “να ξανάρθεις να μου την πεις”. Ξεκινάει το λεωφορείο, αυτή ακόμα κοιτάει πίσω απ’ το τζάμι.
Τις επόμενες μέρες, κάθε φορά που βρισκόμασταν, οι στιγμές ανάμεσά μας ήταν σαν να κρατούσαν περισσότερο. Ένα άγγιγμα, ένα χαμόγελο, να ακουμπήσουν κατά λάθος οι ώμοι μας σε στενά περάσματα, να σταθεί δίπλα μου στο ανελκυστήρα μόνο και μόνο για να νιώθω την ανάσα της δίπλα στ’ αυτί μου. Δεν υπήρξε βιασύνη. Κάτι είχε φτιαχτεί αργά και δυνατό, μια λαχτάρα που δεν σου χαρίζεται, σου ξεφεύγει, σου σκάβει τις άκρες των λέξεων.
Θυμάμαι ένα απόγευμα ― σάββατο ήτανε, είχαμε πιάσει κουβέντα μπροστά στα φώτα που έκλειναν και στο υπόλοιπο άδειο μαγαζί. Έμεινα παραπάνω για να τη δω να φεύγει, και στο τέλος, έτσι ξεκλείδωτοι όπως είμασταν, για πρώτη φορά μ’ αγκάλιασε ολόκληρη, δυνατά, στη μέση. Δεν με άφησε αμέσως, ούτε εγώ ήθελα. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου, άκουσα την ανάσα της βαριά. Είπα μόνο “μη φύγεις”, δεν έμοιαζε είδος παρακάλινου, σαν να ήταν ευχή.
Τη βραδιά εκείνη, πήραμε το δρόμο μαζί ως το τέρμα. Περπατούσαμε αργά, χωρίς πολλά λόγια πάλι, αλλά κάθε βήμα ήτανε και ένα πλησίασμα. Μετά ― στο χαμηλό φως από κάτι παλιά φανάρια, κοντοστάθηκε. Έφερε το χέρι της στο πρόσωπό μου και με κοίταξε, δισταχτική αλλά ζεστή. Μου ψιθύρισε, “είχα ξεχάσει πώς είναι να περιμένεις κάτι και να αξίζει”. Δεν απάντησα. Τη φίλησα ήσυχα, χωρίς φόβο πια και χωρίς τρέμουλο. Όλα ήρθαν σαν να ήταν γραμμένα να συμβούν έτσι απλά.
Δεν έχω να σου πω λεπτομέρειες παραπάνω, ούτε χρειάστηκε να χαθεί τίποτα. Εκείνη έμεινε μόνο για λίγες βδομάδες ακόμα στη δουλειά και μετά έφυγε για κάπου καλύτερα. Αλλά όσες φορές την ξαναείδα ή της μίλησα, έμενε αυτή η αίσθηση: ότι μπορεί κάτι τόσο αθόρυβο να ταράξει ολόκληρο το μέσα σου. Οι σιωπές μας ήταν πιο δυνατές κι απ’ τα λόγια και τα βλέμματα ακόμα. Κι αν δεν έμελλε να κρατήσει, πως κάθε φορά που κλείνω τα μάτια και θυμάμαι εκείνα τα φώτα να τρεμοπαίζουν στον διάδρομο, νιώθω ακόμα το άγγιγμά της σαν πρώτη φορά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.
