Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που ξαναβρήκα τη Ντίνα στου Ψυρρή

Θα σου το πω όπως το έζησα, χωρίς φτιασιδώματα και φιοριτούρες, γιατί τα πιο μυστήρια στη ζωή μου δεν τα φαντάστηκα ποτέ – απλά ήρθαν από το πουθενά και με τράνταξαν. Εγώ είμαι ο Μάκης. Έχω δει τα χρόνια να περνάνε από πάνω μου σκληρά, να με κάνουνε άλλον άνθρωπο, αλλά εκείνη τη νύχτα, φοβάμαι πως έγινα πάλι δεκαοχτάρης, σαν να γύρισε το ρολόι πίσω.

Έχω ένα μικρό καφενείο στου Ψυρρή, τίποτα το σπουδαίο, αλλά είναι το μεράκι μου. Τη Ντίνα την ήξερα από τις παλιές παρέες, όταν μαζευόμασταν στα στενά για ρετσίνα και χαβαλέ. Εκείνη είχε φύγει για χρόνια, μετανάστευσε στη Γερμανία, χαθήκαμε. Μια μέρα τυχαία τη βλέπω να μπαίνει στο καφενείο, άλλη γυναίκα, κραυγαλέα, με μαλλί ατημέλητο, με κάτι μάτια ολοκάθαρα που ήρθαν και στάθηκαν πάνω μου. Δεν είπε πολλά – μόνο «Ήρθα να σε δω, ρε Μάκη!» – αλλά ένιωσα αυτό το κάψιμο κάτω από το δέρμα, που το είχα ξεχάσει.

Κάθησε απέναντι μου, με μια μπύρα στο χέρι. Μιλήσαμε για ώρα, είπαμε χαζά, κοίταζα όμως τα μικρά της δάχτυλα, πώς χάιδευαν το ποτήρι, πώς χαμογελούσε λοξά, σαν να έκρυβε χίλια μυστικά μόνο για μένα. Και τότε άρχισε να igrafei το πράμα – μια λέξη, ένα βλέμμα, μετά μια σιωπή που λέει πιο πολλά κι απ’ τα λόγια. Οι πελάτες έφευγαν σιγά σιγά, η μουσική χαμηλωμένη, ο τόπος γινόταν αλλιώτικος.

Κάποια στιγμή πήγε να φύγει, αλλά στάθηκε στην πόρτα, γύρισε και με κοίταξε με εκείνα το γλυκό ειρωνικό της ύφος και λέει: «Θα μ’ αφήσεις να φύγω ή θα ‘ρθεις μαζί μου;» Δεν είπα τίποτα, έβγαλα το ποδιά, πήρα το παλτό μου και βγήκα μαζί της έξω, μες στη νύχτα.

Η Αθήνα τέτοιαν ώρα είναι σαν άλλη πόλη. Τα φώτα θαμπά, οι δρόμοι υγροί. Προχωρήσαμε αμίλητοι μέχρι την πλατεία. Καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά κάθε τόσο τα γόνατά μας ακουμπούσαν, έτσι ακροθιγώς, κι εγώ είχα μια λαχτάρα – γλυκιά, σχεδόν τρομακτική. Είπε ιστορίες από τη Γερμανία – για το κρύο, για κάτι έρωτες κουραστικούς, για ανθρώπους που περνάνε και σβήνουν. Τη ρώτησα γιατί γύρισε. Κι εκείνη χαμογέλασε: «Εδώ είναι η καρδιά μου. Κι ότι κάνω λάθος, τουλάχιστον το κάνω εδώ.»

Η κουβέντα βαριά, αλλά ανάλαφρη μαζί, σαν να αιωρούμασταν λίγο πάνω απ’ τη γη. Το παγκάκι σκλήραινε κάτω απ’ το βάρος μας – ξέρεις, υπάρχει ένα σημείο στη συζήτηση που οι λέξεις στερεύουν κι ό,τι μένει είναι το τι θα κάνει το κορμί. Έσκυψα μπροστά και μου άγγιξε το μάγουλο με το πίσω μέρος της παλάμης της, κάτι τρυφερό, που μου σήκωσε όλη τη σπονδυλική στήλη. Δεν φίλησα αμέσως – κράτησα απλά το χέρι της στο δικό μου, το ζέστανα με την ανάσα μου, ήθελα να παρατείνω τη στιγμή.

Γυρίσαμε στο διαμέρισμά της. Μύριζε λεβάντα, κάτι γλυκό και ξένο. Δε βιαστήκαμε. Καθίσαμε στον καναπέ, κοιταζόμασταν πολλή ώρα αμίλητοι. Εκείνη με χάϊδεψε στο σβέρκο, με τράβηξε κοντά της αργά, κι εγώ νόμιζα πως θα σπάσω απ’ την ένταση. Τα χείλη της μόλις άγγιξαν τα δικά μου – όχι παραπάνω. Μείναμε έτσι, τα βλέφαρά μας σχεδόν ακουμπούσαν. Κάθε ανάσα της δική μου θόλωνε, η ζέστη ανέβαινε μέσα μου και φοβήθηκα ειλικρινά ότι αν το κάνω θα καταρρεύσω.

Το φιλί ήρθε σιγανά, δεν ήταν δικό μου, ήταν και των δυο μας – πιο πολύ εγώ παραδινόμουν παρά φιλούσα. Τα σώματα μας ζύμωναν τον χρόνο, έλιωναν τις άμυνες, ξεχνούσα το όνομά μου. Ό,τι γινόταν εκείνο το βράδυ, ήταν σαν επανεκκίνηση – της ψυχής και του μυαλού. Αφήναμε σημάδια διακριτικά ο ένας στον άλλον, με χάδια στα χέρια και στα μαλλιά – όχι για να λυθούν τα σώματα, μα για να μείνει η στιγμή. Στα αλήθεια, δεν θυμάμαι κάτι τόσο απλό κι όμως τόσο φλογερό εδώ και χρόνια.

Έξω ξημέρωνε σιγά. Η Ντίνα έγειρε στον ώμο μου κι εγώ χάιδευα τα μαλλιά της. Δεν μιλήσαμε – δεν χρειαζόταν. Ούτε ξέραμε τι μέρα θα ‘ρθει, μόνο αυτό που είχαμε εκείνη τη νύχτα, που ήταν σαν τζόγος: τα δώσαμε όλα πάνω σε μια ζαριά με ανοιχτά τα χαρτιά.

Δεν ξέρω πού πήγανε όλα αυτά μετά. Χαθήκαμε, βρεθήκαμε ξανά, είδα πως ο καθένας είχε το δρόμο του. Μα εκείνη τη νύχτα – εκείνο το παγκάκι, το σπίτι της, τη σιωπή που έκαιγε – αυτά μου μείνανε σαν ανάσα ζεστή στα κρύα χρόνια που ακολούθησαν.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.

You might also like