Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που γνώρισα τη Λένα

Ξέρεις, το πιο περίεργο μ’ εμένα είναι ότι πάντα πίστευα πως κάποιοι άνθρωποι δεν είναι να μπλέκεις μαζί τους. Πως λες “αυτός κι εγώ, καμία σχέση”. Ε, αυτό μέχρι που γνώρισα τη Λένα. Γιατί η Λένα δεν ήταν ούτε στα πλάνα, ούτε στα όνειρά μου, ούτε στα στέκια μου – ήταν απ’ τα “άλλα”, τα πιο ακριβά γούστα. Κι εγώ ήμουν πάντα του πιο απλού, το μπακάλικο, τα καφενεδάκια, το ταβερνάκι στην άκρη της πόλης. Εκεί που πηγαίνεις για να ξεχαστείς, όχι για να φανείς.

Την πρωτοείδα σ’ ένα γλέντι του θείου μου, παραδόξως. Ούτε ήξερε πώς βρέθηκε εκεί, ούτε κι εγώ, κι αυτό κάνει την ιστορία καλύτερη. Ήτανε με το φως κόντρα, είχα τις δικές μου σκοτούρες τότε, αλλά ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Ρώτησε αν είναι ελεύθερη η θέση, πολύ απλό, πολύ ανθρώπινο. “Κοίτα να δεις…” σκέφτηκα από μέσα μου. Μαλλιά δεμένα ψηλά, ένα τσιγάρο (από ‘κείνα τα λεπτά τα λευκά) και μια μυρωδιά που δεν ήξερα καν να ονομάσω.

Δεν πολυμιλήσαμε. Εκείνο το βράδυ την έβλεπα να γελάει με κάτι άλλους, να περνάει από δίπλα μου και να κοιτάει – λίγο, ύπουλα, μ’ αυτό το βλέμμα που σου λέει “είσαι εδώ και το βλέπω”. Εγώ το έπιανα κάθε φορά. Έκανα πως κοιτάω αλλού, αλλά ο λαιμός μου στραβόμαθε να στρέφεται προς τη μεριά της. Ήταν εκείνο το ρεύμα ανάμεσα μας, μ’ ένα τίποτα. Ένα αστείο, ένα σήκωμα φρυδιού.

Φύγαμε την ίδια ώρα, μέσα στην αναμπουμπούλα. Ήμουν σίγουρος πως ούτε το όνομά μου θυμόταν. Εγώ όμως το δικό της το κράταγα σαν φυλαχτό. Την πέτυχα ξανά έξω —όχι τυχαία, αλλά δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ αν με ρωτούσε— σ’ ένα μπαρ κάπως κυριλέ όπου δουλεύει φίλος μου. Πήγα για τη “φιλοξενία” και τη μουσική, αλλά στην πραγματικότητα πήγα για να κυνηγήσω ξανά εκείνο το βλέμμα.

Την βρήκα στη γωνία, με παρέα. Κάποια στιγμή βγήκε να καπνίσει. Βγήκα κι εγώ, να κανώ πως δήθεν τυχαίνει. Μου έδωσε φωτιά —από το τσακμάκι της, ένα χρυσό, μαζί με ένα βλέμμα χαμηλωμένο. Μιλήσαμε για βλακείες, αλλά κάτω απ’ τις λέξεις υπήρχε μια ένταση που δεν περιγράφεται. Ένα αμήχανο σταμάτημα όταν οι ώμοι άγγιζαν, τα χέρια να ακουμπάνε “κατά λάθος”. Κοίταζε το στόμα μου όταν μιλούσα κι έλεγα μέσα μου “μην το χαλάσεις, άστο ν’ απλωθεί”.

Πέρασε καιρός έτσι – με χαμόγελα όποτε βρισκόμασταν, με ατάκες πεταμένες στον αέρα, με κάτι υπονοούμενα στα μηνύματα, τύπου “πήγαινα απ’ το μαγαζί σου αλλά βαρέθηκα” ή “στην επόμενη φορά θα αργήσω ακόμα περισσότερο”. Κι όσο πέρναγαν οι μέρες, τόσο θέλαμε να σπάσει αυτή η γυάλα που βρισκόμασταν, εκεί στη μέση, ξέρεις, πριν γίνει το κάτι παραπάνω.

Μια νύχτα του χειμώνα –ήταν Φλεβάρης κι έκανε ένα ψοφόκρυο, θυμάμαι– βγήκαμε οι δυο μας δήθεν για καφέ. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό μπαρ στο κέντρο, γεμάτο καπνό και άσπρες λάμπες. Εκεί, κολλημένοι στο bar, εγώ είχα τρακ, λες και η ιστορία παιζόταν για πρώτη φορά. Εκείνη έβαλε το χέρι της στη μπάρα, τόσο κοντά, που αν το ήθελα, θα ακουμπούσαμε δάχτυλο. Με κοίταξε στα μάτια, πρώτα γελώντας και μετά πιο σοβαρά, σχεδόν, δεν ξέρω, έτοιμη να πει κάτι πολύ δικό της. Όρμηξα. Αυθόρμητα – άφησα το χέρι μου πάνω στο δικό της. Βούτηξα μέσα στο βλέμμα της, τόσο κοντά που ένιωθα την ανάσα της.

Τίποτα δεν ειπώθηκε. Μόνο σιωπή – μεγάλη, σιωπή απ’ αυτές που φωνάζουν πιο δυνατά από έναν καυγά. Κατάπια φαρμάκι απ’ το άγχος, αλλά δεν γύρισα πίσω. Είχα διαβάσει τα χείλη της, ήξερα τι ήθελε. Λίγο μετά βρεθήκαμε έξω, περπατώντας και γελώντας σα χαζοί, μέχρι που φτάσαμε έξω απ’ το δικό της. Εκεί γύρω στις τρεις δραχμές το μέτρο – μα θυμάμαι ότι το πάτωμα έτριζε κάτω απ’ τα βήματά μας. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που φοβήθηκα μην το ακούσει.

Μπας και ποτέ δεν είχα ζήσει τέτοιο ηλεκτρισμό. Τα χέρια μου δίστασαν, πρώτη φορά ήμουν τόσο σίγουρος και ταυτόχρονα τόσο χαμένος. Εκείνη πήρε πρωτοβουλία – γύρισε και με φίλησε απ’ το πουθενά, με νεύρα, με όλη τη φωτιά που κρατούσε μέσα της τόσους μήνες. Και συνέβη έτσι, δεν μπορώ ν’ αναλύσω λεπτομέρειες. Θυμάμαι μόνο πως χάθηκα στα μαλλιά της, πως τα χέρια μας εψαχναν δρόμο σαν τυφλοί στο σκοτάδι, να βρουν ένα σημείο απόλυτης ησυχίας, μια μεγάλη αγκαλιά, ένα “επιτέλους”.

Η νύχτα εκείνη δεν είχε λόγια. Ένας χορός με τα μάτια κλειστά, πολύ απαλός, πολύ σιωπηλός. Τα σεντόνια μύριζαν απορρυπαντικό και λίγο Λένα. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως ήμασταν τόσο δεμένοι που δεν υπήρχε τίποτα έξω από εκείνον τον μικρό, φωτισμένο χώρο. Το ξημέρωμα με βρήκε ακόμη δίπλα της, μ’ εκείνο το περίεργο χαμόγελο που βγαίνει όταν νιώθεις ότι έκανες το σωστό, όχι γιατί το ήθελες, αλλά γιατί δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς.

Η ιστορία μας δεν κράτησε για πάντα. Είχε αρχή, φλόγα και μια γλυκιά σιωπή—σαν να ήρθε για λίγο, να αναστατώσει τον κόσμο μου και να φύγει αφήνοντας μ’ έναν ήχο απ’ τα τακούνια της στο πλακάκι του πρωινού. Αλλά αυτό το βλέμμα, αυτή η νύχτα, δεν πρόκειται να τα ξεχάσω ποτέ. Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like