Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που γνώρισα εκείνη στο ταβερνάκι του Κορυδαλλού
Δεν ξέρω πώς να το αρχίσω όλο αυτό, γιατί δεν είμαι άνθρωπος που τα λέει εύκολα — πόσο μάλλον τέτοια πράγματα. Αλλά ρε παιδί μου, άμα έχεις σκάσει τόσο καιρό, κάπου πρέπει να τα βγάλεις. Και να σου πω την αλήθεια, όσο την ξαναθυμάμαι αυτή την ιστορία, πάλι κάτι σφίγγεται μέσα μου. Θα σου τα πω λοιπόν όπως έγιναν, χωρίς φτιασίδια.
Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ Παρασκευής, σ’ ένα ταβερνάκι στον Κορυδαλλό. Ήμουνα με την παρέα, δυο τρεις ακόμα, και κάναμε χαβαλέ. Εγώ πιο πολύ βυθισμένος στις σκέψεις μου ήμουνα, δε θα πω ψέματα. Εκεί όπου τα ποτήρια γέμιζαν και άδειαζαν, την είδα που μπήκε. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ — δική μου ήταν η γειτονιά, θα την ήξερα αν ήταν γύρω. Τα μαλλιά της λύτα, μάτια ανοιχτά, ντυμένη απλά, δεν προσπάθησε να ξεχωρίσει. Κι όμως, σαν να άνοιξε μια δίνη ολόκληρη μέσα στον μικρό χώρο.
Την πρόσεξα γιατί γέλαγε ζεστά, μα όχι φωναχτά. Κοίταζε λίγο γύρω, λες κι έψαχνε — όχι άνθρωπο, άλλο πράγμα, λες και κάτι περίεργο περίμενε να της συμβεί. Και ενώ εγώ είχα πει ότι φέτος δεν θα ασχοληθώ με τίποτα, ότι όλοι είναι ιστορίες ίδιες ξανά και ξανά, ε, αυτή ήρθε και τα τίναξε όλα στον αέρα με δυο ματιές.
Καθίσαν σε διπλανό τραπέζι με δυο ακόμα φίλες. Η φάση ήταν καθαρά παρέας, αλλά ένιωσα το βλέμμα της πάνω μου όταν έσκυψα για να φτιάξω το τσιγάρο μου. Μια αφορμή έψαχνα να πω κάτι. Τελικά δε χρειάστηκε — εγώ έκανα τη γνωριμία με το πιο κλασικό «να σας κεράσουμε κάτι;» κι εκείνη γέλασε σαν να με περίμενε να το πω. Δε μπορώ να σου περιγράψω πώς ήταν εκείνη η στιγμή — ούτε καν τον εαυτό μου δεν καταλάβαινα. Το μόνο σίγουρο, ήθελα να τραβήξει η βραδιά.
Τέλος πάντων, κολλήσαμε οι παρέες, οι κουβέντες φεύγαν και γυρίζαν. Εγώ από γύρω πάντα, να την παρατηρώ, ψάχνοντας να βρω τι έχει αυτό το κορίτσι που απόψε με έκανε να μη με χωράει το σώμα μου. Λόγια λίγα, βλέμματα πολλά. Έλεγε κάτι για ταξίδια που ήθελε να κάνει, γέλαγε με αστεία των άλλων, αλλά όταν σταύρωνε καμιά φορά το βλέμμα της με το δικό μου… εκεί σφίγγω το στομάχι μου ακόμη και τώρα που το λέω. Κάτι περνούσε στον αέρα, ένα ρεύμα, κάτι που σε σηκώνει λίγο από τη καρέκλα.
Πέρασε η ώρα, οι φίλοι της βιαζόντουσαν να φύγουν, εκείνη όμως έμεινε τελευταία, να πει ένα τσιγάρο πριν γυρίσει. Την πλησίασα χωρίς σκέψη. Ανθρώπινη, απλή, χωρίς καθόλου παιχνίδι — μου λέει, «Θες να πάμε να περπατήσουμε μέχρι το σπίτι μου; Είναι κοντά, δεν κάνω παραπάνω στάσεις απόψε». Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Απ’ το ταβερνάκι στον δρόμο, κι απ’ τον δρόμο στο πεζοδρόμιο, δίπλα δίπλα, δυο ξένοι που μιλάνε σαν να γνωρίζονται πάντα. Ούτε χέρια, ούτε αστεία. Εκείνη μου έλεγε για κάτι που τη ζόριζε, εγώ της είπα ένα δικό μου, κι έτσι, χωρίς να ξέρω πώς, έφτασα να τις λέω πράγματα που ούτε στους φίλους μου.
Έξω απ’ την εξώπορτα σταθήκαμε. Τα φώτα ήταν κίτρινα, χαμηλά. «Ωραία βραδιά», μου λέει μόνο. Κατεβάζω το βλέμμα, ψηλαφώ στο σκοτάδι πού πάω τι κάνω και ξαφνικά νιώθω τα χέρια της στους ώμους μου. Με πλησίασε πολύ φυσικά, τόσο ώστε ακόμα και σήμερα να ξέρω πώς μύριζε εκείνη την ώρα. Ένιωσα τη ζεστασιά της μύτης της σχεδόν στο μάγουλό μου. Πιο πολύ το περίμενα, κι όμως τρόμαξα — το δικό μου το χέρι ανέβηκε μόνο του στη μέση της. Ήταν μια σιωπή, δεν κράτησε πολύ, κι όμως χωράει ολόκληρη ζωή. Μου είπε «νες;» — με εκείνο το μισό χαμόγελο. Της απάντησα με τα χείλη, ούτε που κατάλαβα πότε.
Δεν ξέρω ποιος φίλησε ποιον, αν ήταν εκείνη ή εγώ, αλλά εκείνο το φιλί… Σου ορκίζομαι, ήταν σα να χάθηκε ο δρόμος κάτω απ’ τα πόδια μου. Ένας λυγμός, ένα κάτι που δε με άφηνε να τραβηχτώ, αλλά ούτε να προχωρήσω πολύ μπροστά. Όχι βιασύνες, τίποτα χοντρό. Μόνο στόματα που σμίγαν, κι ένα χέρι στη μέση. Πολύ σφιχτά, εκεί, να μη φύγει κανείς. Τόσο δειλά, τόσο αβέβαια, κι όμως να καίει.
Ανοίγει την πόρτα, «θες να ανέβεις;», μου λέει ψιθυριστά. Δεν απαντάω, με τραβάει σχεδόν από το σακάκι μου. Το σπίτι απλό, φτωχικό, σαν τα δικά μας στη γειτονιά. Κάθεται δίπλα μου στο καναπέ, βγάζει το παπούτσι της πατώντας με τη φτέρνα της το άλλο — κίνηση καθημερινή, αλλά μου έκαιγε το μυαλό. Βάλαμε λίγο μουσική, γύρισε σε κάτι λαϊκά που της άρεσαν και σιγοτραγουδάει. Δεν ξέρω πει γιατί, αλλά το τραγούδι της με γέμισε όλο. Εκείνος ο ήχος, το φως απ’ το παλιό αμπαζούρ και τα πόδια μας αγγιζόντουσαν ανεπαίσθητα πάνω στο μικρό χαλί.
Με φίλησε πάλι — τούτη τη φορά πιο σίγουρα, με τα δάχτυλά της να βρίσκουν τον σβέρκο μου, σχεδόν να παίζουν εκεί σημεία που κανείς δεν ήξερε για μένα. Δεν ήθελα να της ορμήξω, ήθελα να μένω εκεί, στο καλό που έφτανα με κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, κάθε ήσυχη αγκαλιά. Της χάιδεψα τα μαλλιά πολύ αργά — ένιωθα το κεφάλι της στα χέρια μου να βαραίνει. Μου λέει χαμηλόφωνα, «δε μένεις απόψε;». Και δεν ξέρω πώς, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα έξω — ούτε η γειτονιά, ούτε αύριο, ούτε χτες. Μόνο εγώ κι εκείνη στο παλιό της καναπέ, ανάμεσα σε σεντόνια που μοσχοβολάγαν καθαριότητα και μεγαλωμένες γυναίκες.
Περάσαμε τη νύχτα μαζί, σφιχτά, περισσότερο να μιλάμε, με δυο χέρια δεμένα όλη τη νύχτα, να μη χαθούμε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Δεν συνέβη τίποτα «τρανό» — η νύχτα μας ήταν μαλακή, ήρεμη, από εκείνες που σου μένουν για πάντα. Και το πρωί, με τα μαλλιά της ξέπλεκα, γύρισε και μου χαμογέλασε σαν όλη η νύχτα να ήτανε μόνο ένα φιλί που άρχιζε τώρα. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα παραπάνω. Μόνο αληθινές καλημέρες.
Δε μου έτυχε ξανά τέτοια νύχτα. Όλα ήρθαν φυσικά, χωρίς παιχνίδια και χωρίς λόγια περίσσια. Και ακόμα, κάθε που πετυχαίνω αυτό το τραγούδι, ένα χαμόγελο βγαίνει απ’ τα χείλη μου, και θυμάμαι εκείνη τη σιωπή της, που έλεγε πολλά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λευτέρης.
