Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που γνώρισα την Αντιγόνη στην Αθήνα

Να σου πω μια ιστορία που κουβαλάω μέσα μου, απ’ αυτές που λες καμιά φορά στις 2 το βράδυ, όταν έχεις πιει και σε τρώει που κάτι ωραίο πέρασε κι ούτε ξέρεις αν ήταν αλήθεια ή όνειρο. Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν Ιούλιο μήνα, στην Αθήνα που έβραζε, σ’ εκείνο το παλιό μαγαζάκι στου Ψυρρή. Μου το ‘χε πει ο φίλος μου ο Νίκος, «Έλα, λέει, να πιούμε, έχει κάτι φιλαράκια από τη δουλειά». Σιχαινόμουν τις μάζες, καινούργιες παρέες, τέτοια πράγματα, αλλά κάτι με τράβηξε εκείνο το βράδυ, σαν να ’ταν σήμα.

Μπαίνω μέσα, ιδρωμένος, με ένα πουκάμισο κι ένα χαμόγελο που ούτε εγώ δεν το πίστευα, κι εκεί, από την άλλη άκρη του μπαρ, μου χαμογελάει η Αντιγόνη. Καστανά μαλλιά, μάτια σαν εκείνα τα ήσυχα γαλάζια της θάλασσας ένα απομεσήμερο, αλλά η σπιρτάδα της δεν έκρυβε τίποτα – λες και με κοιτούσε τόσα χρόνια και τώρα με βρήκε πάλι. Φορούσε ένα απλό λευκό φόρεμα, χόρευε – πιο πολύ με τα μάτια της.

Η κουβέντα άναψε γρήγορα. Σα να γνωριζόμασταν. Εγώ της έλεγα βλακείες, αυτή γελούσε. Μ’ ένα τρόπο, κάθε λέξη μας γυάλιζε. Δεν είπαμε πολλά σπουδαία, πιο πολύ αφήσαμε τη νύχτα να μας παρασύρει. Θυμάμαι το χέρι της να ακουμπάει πάνω στο δικό μου, δήθεν κατά λάθος – αλλά τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Εκείνη η στιγμή τέντωσε το κάθε νεύρο μου, λες και με χτύπησε ρεύμα. Η φωνή της ψιθυριστή, μου έλεγε, «θες να βγούμε λίγο έξω;»

Κατεβήκαμε στο πεζοδρόμιο. Τα φώτα κίτρινα, τα στενά σχεδόν άδεια – μόνο ο αέρας της πόλης και κάποιες φωνές μακριά. Εκείνη ανάβει τσιγάρο, μου το προσφέρει. Τα χείλη της κόκκινα, λίγο στραβά από το χαμόγελο, κι εγώ τη μασάω τη λέξη να της πω ότι μου αρέσει να τη βλέπω να καπνίζει. Τελικά το λέω, κάπως σπαστά. Εκείνη γελάει, φυσάει τον καπνό με τρόπο που σε ζαλίζει, με κοιτάει σταθερά. «Κι εμένα μου αρέσει που με κοιτάς έτσι», μου λέει, και στέκεται μισό μέτρο μακριά – ίσα που να μην ακουμπήσουμε.

Εκεί, δεν ξέρω πώς, δίχως κουβέντα, έκανα ένα βήμα μπροστά. Η διαφορά μας μικρή, αλλά η απόσταση είχε πολλά να πει. Ένα δικό της βήμα κι εκείνη με πλησίασε. Ήταν σαν να ακούγαμε αλλιώς το χρόνο – ό,τι υπήρχε μας άφησε μονάχους στο δρόμο. Τα μάτια μας παίζανε ένα παιχνίδι δύναμης, ποιος θ’ αντέξει πιο πολύ τη σιωπή. Ήθελα να την αγγίξω, αλλά περίμενα, γιατί ξέρεις – είναι ωραίο να αφήνεις τα πράγματα να σιγοκαίνε πριν ανάψουν.

Τελικά το έκανε εκείνη. Το χέρι της ήρθε στον λαιμό μου, φιλάει με τα μάτια, πριν αφήσει στα χείλη μου εκείνο το απαλό, δειλό φιλί που κράτησε μια αιωνιότητα. Ένιωθα πως με παίρνει μαζί της σ’ ένα καινούργιο μέρος, που δεν ήξερα καν ότι ήθελα να βρεθώ.

Δεν είχε πολύ νόημα να γυρίσουμε μέσα. Πήραμε ένα ταξί, βουβά, τα δάχτυλά μας μπλεγμένα να ιδρώνουν μαζί. Κανείς δε μίλαγε, αλλά το αμάξι γέμισε με εκείνη την αίσθηση – ξέρεις, το φτερούγισμα στο στομάχι που κάνει σαν να είσαι πιτσιρικάς, μα πρώτη φορά.

Στο σπίτι της όλα ήταν ξένα και οικεία μαζί. Τα φώτα χαμηλά, ένα ραδιόφωνο σιγανά. Καθίσαμε στον καναπέ, τα ποτήρια με κρασί δεν τα ήπιαμε ποτέ, είχαν ήδη ξεχαστεί από τη φλόγα που έφερνε το πρώτο, το δεύτερο φιλί. Ήμασταν δυο κορμιά που ψάχνανε πώς θα ενωθούν χωρίς βιασύνες, όλα με χάδια και χαμόγελα, χωρίς να πεις τίποτα – μόνο να αφήσεις το άλλο να γίνει, να πάρει χώρο.

Τι να σου πω, εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε πολύ. Όχι απ’ αυτά τα άγρια, τα σκληρά. Ήταν ένα αλληλοχάιδεμα, ένα μίλημα ήρεμο και φωτεινό, τα σώματα να κουμπώνουν, να γλυκαίνουν μαζί, με ματιά, χέρια, μικρές ανάσες. Κάθε τόσο κοιταζόμασταν κι ήταν σα να συστήνεται ο εαυτός σου σ’ έναν ξένο – ή ίσως σ’ αυτό που φοβάσαι να παραδεχτείς. Ένιωσα πως με ήξερε, πριν καν με μάθει αληθινά. Τυλίχτηκα σ’ εκείνη τη ζεστή, βαριά σιωπή που αφήνει το πολύ κοντά, όταν λιώνεις να μην τελειώσει.

Ξημέρωσε, κι η πόλη έμπαινε απ’ τα παράθυρα, φωνές και φώτα της μέρας. Μείναμε έτσι, ανάποδα απ’ το ρολόι. Αυτή χαμογελούσε κι εγώ ήθελα να βάλω την ώρα να διαρκεί – να μην έχω τον φόβο της απώλειας, ούτε του γυρισμού στο σύνηθες. Μου χάιδευε το χέρι, όπως οι παλιές αγαπημένες στους κινηματογράφους των Ματαρόνων, με τρόπους σπάνιους, ανθρώπινους. Δεν είπε “μείνε”, δεν το είπα κι εγώ, αλλά το άφησα ανοιχτό – όπως πρέπει να ‘ναι τα ωραία.

Φύγαμε, δώσαμε ραντεβού δίχως ορκο και εγγύηση. Ξέρω πως εκείνο το βράδυ με άλλαξε χωρίς να το καταλάβω. Έχασε η έννοια της ασφάλειας κάποιο νόημα, και κέρδισε η περιπέτεια της στιγμής. Δεν ξαναβρεθήκαμε όπως το περίμενα – το κάναμε αλλιώς, χωρίς πλάνο, χωρίς παραπάνω λόγια. Πέρασαν μήνες, αλλά κάπου-κάπου, μου έρχεται εκείνη η νύχτα να με τσιγκλήσει στις δύσκολες ώρες. Από όλα, αυτό που έμεινε ήταν το πρώτο βλέμμα, η αμήχανη σιωπή, η ζέστη του αγγίγματος μέσα στη νύχτα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.

You might also like