Ερωτικές Ιστορίες – Η μέρα που ο Κώστας γνώρισε εκείνη με τα πράσινα μάτια
Δεν ξέρω αν αυτά που θα πω έχουν σημασία, αλλά μου ’χουν κάτσει μέσα μου χρόνια τώρα, κι αν δεν τα πω κάπου, θα σκάσω. Εγώ δεν ήμουν ποτέ από τους τύπους που λένε πολλά για τέτοιες ιστορίες, πάντα έκρυβα όσα ένιωθα, έβγαινα δήθεν ψύχραιμος στη ζωή, σκληρός, αντράκι απ’ αυτά που νομίζουν όλοι ότι δεν σκάνε κι ότι όλα τα παίρνουν στο χαλαρό. Ώσπου μια μέρα, ήρθε κι έσκασε όλα αυτά, και μου ’κανε τα μέσα μου άνω κάτω.
Είναι μια μέρα του Μάρτη τότε, λίγο πριν σκάσει για τα καλά η άνοιξη. Δουλεύω σε ένα μικρό συνεργείο στη γειτονιά, παίζουν κάτι τσιγάρα και κουβέντα με τα παιδιά, όταν την βλέπω. Έρχεται στο μαγαζί για το αμάξι της. Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που θα γύριζα να κοιτάξω με εμφανή τρόπο μια γυναίκα και να πω καμιά χοντρή κουβέντα. Όμως αυτή είχε κάτι άλλο, δεν ξέρω αν ήταν τα μάτια της, που έλαμπαν παράξενα κάτω απ’ το φως, ή το χαμογελάκι εκείνο το σπαστό, αλλά για μια στιγμή πάγωσαν όλα γύρω μου. Και απλά με κοίταξε – όχι όπως κοιτάς έναν μάστορα, αλλά με ένα βλέμμα που σε ρωτάει και σου μιλάει μαζί, σαν να σε εξετάζει και ταυτόχρονα να σου ζητάει να μη φύγεις.
Συνέδεσα το αμάξι στο διαγνωστικό, τάχα μου με φόκους στη δουλειά, αλλά μέσα μου βράζω. Έρχεται δίπλα και με ρωτάει διάφορα για το τι έχει το αυτοκίνητο. Φοράει αυτά τα δαχτυλίδια με τα σινιάλα, μυρίζουν τα μαλλιά της ένα φτηνό σαμπουάν και κάτι γλυκό, μάλλον ζαχαρωτό. Τη ρωτάω αν είναι από τη γειτονιά, λέει όχι, έτυχε απλώς να περάσει. Λιγοστές κουβέντες αμηχανίας, αλλά οι σιωπές είναι αυτές που φορτώνουν τον αέρα. Ξέρεις τι εννοώ; Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί κάτι. Ένα-δύο λεπτά, όπου το μόνο που με ένοιαζε ήταν να παραμείνω δίπλα της, να τη μυρίζω, να βλέπω αν θα με ακουμπήσει, κάτι.
Με τα πολλά, το αμάξι έπρεπε να μείνει μέσα για κάνα δυο μέρες. Παίρνει το χαρτάκι μου και μου λέει, «αν χρειαστείς κάτι, να με πάρεις». Τέτοια κουβέντα, έτσι ακριβώς, χωρίς προσποιήσεις. Μου κόβεται η ανάσα. Κι εκείνη τη μέρα, πήγα σπίτι και όλο μια σκέψη στριφογύριζε στο κεφάλι, αν είναι ιδέα μου, αν όλα αυτά τα ένιωσα μόνος μου, ή αν κάτι όντως παιζόταν.
Δεν έχασα χρόνο. Την επόμενη μέρα της στέλνω μήνυμα, αναφορικά με το αμάξι, αλλά κάπως το πάω να της πω ότι τελικά, θα ήθελα να της πω τα νέα από κοντά. Και δέχεται. Βρισκόμαστε σε μια παλιά καφετέρια της περιοχής, τίποτε το ιδιαίτερο, αλλά ο χώρος έσπαζε τους τοίχους και τα τραπέζια όσο την κοιτούσα απέναντί μου. Δεν λέω πολλά, δεν ξέρω να μιλάω γι’ αυτά. Εκείνη μιλάει για κάτι βιβλία που διαβάζει, για ταξίδια, γελάει με τις ιστορίες μου για τους πελάτες. Μιλούσε ήσυχα, με το βλέμμα της να στέκεται για δευτερόλεπτα παραπάνω σ’ εμένα, σαν να περίμενε να κάνω μια κίνηση, να πω κάτι.
Κάποια στιγμή – μετά από τις πρώτες αμήχανες γουλιές στον καφέ και τις σιωπές μες το θόρυβο της καφετέριας – απλώνει το χέρι της προς τα πάνω από το τραπέζι και, υποτίθεται, παίζει με το κουτάλι της. Αλλά τα δάχτυλά της, αγγίζουν τα δικά μου. Ένα τίναγμα, σα να τράνταξε το ρεύμα όλο μου το σώμα! Μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο, αλλά για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να σταμάτησαν όλα. Δεν τράβηξα το χέρι μου. Κοιταζόμασταν σαν να φταίγαμε για κάτι. Εκείνη πρώτη έκατσε πίσω, άφησε ένα χαμόγελο, κι ύψωσε λίγο το φρύδι της – από κείνα τα βλέμματα που λες μέσα σου: «τώρα παίζεται το παιχνίδι».
Δεν μπορώ να πω ότι το έκανα εγώ το επόμενο βήμα. Κάτι παραπάνω μας πήγε. Βγήκαμε από το μαγαζί, περπατούσαμε σφιχτά, σχεδόν οι ώμοι μας ακουμπούσαν συνέχεια, και μου είπε «πάμε προς το σπίτι μου;». Η φωνή της χαμηλή, το βήμα της σταθερό, σαν να ήξερε ακριβώς τι ήθελε. Σου ορκίζομαι, η διαδρομή μέχρι την πόρτα της πολυκατοικίας έμοιαζε με αιώνες – κάθε λεωφορείο που περνούσε, κάθε ενοχλητικός περαστικός, σαν να στεκόταν εμπόδιο. Εκείνη μ’ έπιανε διακριτικά απ’ το μανίκι, και στο ασανσέρ κοίταζε τα παπούτσια της, εγώ έλπιζα να μη σταματήσει κανείς στον όροφο.
Σαν να κλείσαμε την πόρτα πίσω μας, έφυγε κάθε τυπικότητα. Πέσαν οι άμυνες, κοίταξα τα μάτια της – πράσινα, έβραζαν – πήγα να την πιάσω για να τη φιλήσω, αλλά η ίδια έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό μου, λες και ήθελε να χαράξει τα χαρακτηριστικά μου στη μνήμη. Τα κορμιά μας κόλλησαν όπως ήταν, κι η πρώτη της ανάσα πάνω μου με ζάλισε. Καμία φασαρία, καθόλου βιασύνη, όλα στη σιγαλιά, με βλέμματα, με χάδια πάνω απ’ τα ρούχα, να ψάχνει ο ένας τον άλλον με την ησυχία του.
Δε χρειάστηκε να μιλήσουμε. Ό,τι κάναμε εκείνο το βράδυ το μιλούσαν τα σώματά μας. Ένα χάδι στο σβέρκο, ένα φιλί πίσω απ’ το αυτί της, μια ανάσα κοφτή όταν τα χέρια μας έψαχναν σιγά-σιγά περισσότερα. Δεν θέλω να πω λεπτομέρειες – άλλωστε αυτά τα ζούμε για να τα κρατάμε μέσα μας. Θυμάμαι μόνο ότι άκουγα την καρδιά μου να βαράει δυνατά από μέσα μου και ταυτόχρονα να υπάρχουν κάτι στιγμές, μετά, όπου σιωπούσαμε κι απλά ανασαίναμε ο ένας τον άλλον. Χαζεύαμε από το παράθυρο την υγρασία στα φώτα του δρόμου, πιασμένοι ακόμη, σα να μη θέλαμε να τελειώσει ποτέ εκείνο το βράδυ.
Δεν συνεχίστηκε – μην φανταστείς, δεν γεννήθηκε έρωτας ζωής. Όχι, ήταν σαν μια φλόγα που ανάβει, σε καίει και μετά σβήνει γλυκά. Όταν έφυγα τα ξημερώματα, μου έφερε ένα παλιό της φουλάρι «να μου το φέρεις πίσω όποτε θες» είπε, χαμογελώντας. Δεν το ξανάφερα – έμεινε μαζί μου να θυμίζει, κάνοντας τα χέρια μου να θυμούνται ακόμα το άγγιγμά της.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
