Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η καλοκαιρινή γνωριμία του Μανώλη με τη Δέσποινα

Θα ‘ταν καλοκαίρι, Ιούλιος, γύρω στα σαράντα πρέπει να ήμουν, όταν γνώρισα τη Δέσποινα. Σου μιλάω ειλικρινά, εκείνο το απόγευμα στο γυμναστήριο δεν είχα καμία διάθεση, μ’ έσερνε ο φίλος μου ο Αντρέας έτσι για να πούμε κι ότι προσέχουμε λιγάκι, τάχα μου. Βράδυ έκανε ζέστη—βασανιστική—και μόλις είχα σχολάσει από τη δουλειά, μ’ ένα κεφάλι καζάνι. Πίνουμε ένα μπουκαλάκι νερό στο φουαγιέ κι εκεί στη γωνία την είδα. Γυμναζόταν μόνη της, με αυστηρό πρόσωπο, μα μια χάρη όταν κουνούσε το σώμα… Ένα απόλυτο κάτι, χωρίς να φωνάζει. Ξανθιά, τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, μάτια καστανά που αν στα ρίξει γεμίζεις ένταση και σιωπή μαζί. Να σου χτυπάνε τα μηνίγγια, τέτοια ματιά.

Μώλις τελειώσαμε, καθίσαμε να ξαποστάσουμε. Ο Αντρέας κάτι έλεγε, εγώ δε τον άκουγα. Με το ζόρι τον βλέπω πια να φεύγει, εγώ έμεινα. Ή αλλιώς, κάτι με τράβαγε στο χώρο. Πλησίασα το ψυγείο με τα νερά να πάρω ξανά, και να σου, τη βλέπω δίπλα μου. Γύρισε και μου ‘ριξε κλεφτή ματιά. Τη ρώτησα απλά, ούτε που κατάλαβα πως μου βγήκε, “συχνά έρχεσαι;” Γύρισε, χωρίς χαμόγελο, αλλά σιγανή φωνή: “Όταν μπορώ. Μου αρέσει η σιγή εδώ μέσα, πιο πολύ κι απ’ τα βάρη.”

Άρχισα δειλά-δειλά κουβέντα. Δεν ήταν ομιλητική, είχε όμως κάτι στον τρόπο που μίλαγε… Ξέρεις, αυτοί οι άνθρωποι που στο λένε αλλιώτικα, χωρίς να γελάνε ή να πετάνε αστεία, αλλά κατά βάθος ξέρεις πως σου δίνουν χώρο να πλησιάσεις, αν τολμήσεις. Μιλήσαμε πέντε–δέκα λεπτά· μου είπε για το νοσοκομείο που δούλευε, ότι ήταν ελεύθερη χρόνια, της άρεσαν τα βιβλία και τα παλιά λαϊκά. “Όταν με πιάνει μοναξιά, ακούω Πάνου. Ξέρεις τον Πάνου, έτσι;” Μου γελούσε, μου το είπε λες κι έκρυβε αστείο πίσω από τα χείλη της.

Φύγαμε σχεδόν μαζί. Την είδα να ψάχνει τα κλειδιά στο σακίδιο, τα δάχτυλά της λεπτά, ράντισμα ιδρώτα στους καρπούς, κάτι με τάραζε κι ας μη με άγγιζε. Έπαθα κάτι μ’ εκείνο το φευγαλέο άγγιγμα που έτυχε καθώς γλίστρησαν τα χέρια όταν άθελά μας συναντήθηκαν εκεί που σταθήκαμε κοντά. Μια σπίθα. Ύστερα μου λέει: “Έχει φεγγάρι απόψε, να πας βόλτα. Κάνει καλό.” Μ’ άφησε να ψάχνομαι για λόγια μες στο πάρκινγκ.

Δύο μέρες μετά, πάλι το ίδιο σκηνικό. Κι ύστερα ξανά κι ξανά, ώσπου έγινε ρουτίνα να βρισκόμαστε εκεί, να λέμε δυο λόγια, να μοιραζόμαστε την ίδια σιωπή στο διάδρομο ή στο ντους απέναντι, χωρίς να μιλάμε. Ήξερα όμως πως με παρατηρούσε, όπως κι εγώ. Όλα τα έβλεπε: το πως τέντωνα το χέρι, το πως σκούπιζα το μέτωπό μου, το βλέμμα μου όταν σταύρωνα τα δάχτυλα. Μια φορά την παρατήρησα να με κοιτάει, δεν έστρεψε το βλέμμα της, αντίθετα, χαμήλωσε λίγο τα μάτια σα να με καλούσε να πλησιάσω.

Να μην τα πολυλογώ, πέρασε ένας μήνας έτσι. Ένα βράδυ της Παρασκευής —είχαν ψιλοκατέβει όλες οι παρέες στην παραλία— μου λέει “έλα να φύγουμε, μια βόλτα.” Φοράει τζιν και μαύρο μπλουζάκι, μαλλιά κάτω, άρωμα ελαφρύ. Περπατήσαμε στο λιμάνι, καθίσαμε στα βράχια, λίγο πιο πέρα απ’ τον κόσμο. Μιλούσαμε αργά, το κύμα, οι φωνές απ’ τα μαγαζιά να ‘ρχονται λίγο θολές. Κάποια στιγμή σώπασε. Γύρισε ελαφρώς, έπιασε το χέρι μου. “Καμιά φορά δεν χρειάζεται να μιλάς,” μου λέει. Με έσφιξε απαλά, και το βλέμμα της, ούτε γλυκό ούτε άγριο—κάτι ενδιάμεσο, όπως το κύμα που σκάει νωχελικά.

Καθίσαμε έτσι αρκετή ώρα, να ακούω την ανάσα της στο αυτί μου, που δυνάμωνε όταν την πλησίαζα. Ένιωσα το ρίγος της πάνω στο δικό μου κορμί, την παλάμη της ανάμεσα στα δικά μου δάχτυλα. Την αγκάλιασα, δεν μίλησα. Μόνο αισθάνθηκα τη ζεστασιά της, το κορμί να λυγίζει απαλά στην αγκαλιά μου. Τα χείλη μας συναντήθηκαν αργά, διστακτικά, σα δυο άνθρωποι που παλεύουν πρώτη φορά να ακουμπήσουν αλλιώς. Δεν ήταν βιασύνη, ήταν εκείνο το άγγιγμα που σου τάζει προχώρημα, χωρίς να είναι σίγουρο πως θα προχωρήσει. Της χάιδεψα τα μαλλιά κι ανατρίχιασε ως κάτω. Γέλασε σιγανά, με γέλιο που δεβγαίνει εύκολα.

Η νύχτα συνέχισε κι εμείς ήμασταν εκεί, παγωμένοι στο χρόνο. Το φεγγάρι ήταν ψηλά, όλος ο κόσμος μπορούσε να μας δει, μα ένιωθα λες και ήμασταν μόνοι μας σ’ εκείνο το βράχο. Δεν προχώρησε όπως ίσως να φανταζόταν κανείς—τίποτα βιαστικό. Μόνο το πρώτο φιλί, το σφιχτό κράτημα, η ανυπομονησία στα χέρια, ο σφυγμός που ανέβηκε απότομα, τα δάχτυλα τυλιγμένα στη μέση της. Είχε κάτι που θύμιζε χρόνια νιότης –εκείνη τη διάθεση να αφεθείς απλά, χωρίς να ξέρεις που θα το πάει.

Φεύγοντας, με ρώτησε αν την ήθελα στ’ αλήθεια ή ήταν απλά μια περιπέτεια. Δεν ήξερα τι να πω. Μόνο τη φίλησα ξανά στο μέτωπο, της έπιασα τα δάχτυλα και της είπα ό,τι μου ’βγαινε εκείνη τη στιγμή: “Δέσποινα, με σένα είναι αλλιώς τα πράγματα. Ό,τι έγινε απόψε, εγώ θα το θυμάμαι—όπως και να το πάρει η ζωή.”

Δε ξέρω αν ήταν έρωτας ή απλά ανάγκη να ’ρθει κοντά κάποιος στη ζέστη του Ιούλη. Ξέρω, όμως, πως ότι ένιωσα εκείνο το βράδυ στο λιμανάκι ακόμα το κουβαλάω. Δεν έγινε μεγάλη ιστορία έπειτα – χαθήκαμε, όπως χανονται πολλοί. Αλλά μέσα μου, εκείνη η νύχτα, η Δέσποινα κι ο ήχος απ’ τα κύματα, με πήγαν λίγο πιο μακριά απ’ ότι θα είχα πάει μόνος μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like