Ερωτικές Ιστορίες – Η γυναίκα της βροχής στο καφέ του Γιάννη
Ξέρεις, ήμουνα πάντα ένας άνθρωπος που κρατούσα τα αισθήματά μου μέσα μου, όχι επειδή φοβόμουν να τα ζήσω, αλλά γιατί έτσι είχα μάθει – να μην δείχνω, να μην λυγίζω, να μην εκτίθεμαι. Έβγαζα τα χρόνια μου, λοιπόν, με δουλειά, καφεδάκι στη γειτονιά, φίλους, μια μέρα ίδια με την άλλη, τίποτα το τυχερό ή το ιδιαίτερο. Μέχρι που εκείνη μπήκε στο μαγαζί μια βροχερή Τρίτη του Μάρτη. Άνοιξε την πόρτα βιαστική, φύσαγε έξω, και κοίταξα μηχανικά – πάντα είχα περιέργεια για τα καινούργια πρόσωπα στην περιοχή.
Ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες που τις προσέχεις πριν καλά καλά συνειδητοποιήσεις γιατί. Ούτε φανταχτερή, ούτε τίποτα το κραυγαλέο, μα είχε πάνω της μια ήρεμη σιγουριά, σαν να ‘χε συνηθίσει να βρέχεται κι απ’ τον καιρό κι απ’ τους ανθρώπους. Μαλλί μελαχρινό, πιασμένο άτσαλα, μάτια μεγάλα, με βλέμμα που δεν σε περνούσε φευγαλέα – αντίθετα, το κρατούσε, κάπως το πλάκωνε πάνω σου, περίεργο.
Ήρθε και κάθισε μόνη της στη γωνία, έβγαλε ένα τετράδιο, κι όσο πήγαινε στέγνωνε κι όλο αγρίευε ο καιρός απ’ έξω. Τότε, με κοίταξε – πρώτα στα μάτια, και μετά κατέβηκε στο στόμα μου, σαν να ζύγιζε κάτι δικό της. Εκείνη τη στιγμή, θυμάμαι σκέφτηκα ότι σπάνια συναντάς κάποιον που να μην γυρίζει το κεφάλι όταν σε κοιτάει κάποιος άλλος επίμονα. Κι όμως, εκείνη όχι μόνο δεν κοίταξε αλλού, αλλά. …χαμογέλασε. Ένα αχνό, παράξενο χαμόγελο.
Της πήγα τον καφέ κι άφησα δίπλα της ένα μπισκοτάκι που δεν βάζω συνήθως. Αυτή σήκωσε πάλι το βλέμμα, σχεδόν με πείσμα, και μου είπε ήσυχα, αλλά σιγανά για να μη μας ακούσει κανείς:
«Σ’ ευχαριστώ… μου αρέσει να βρίσκεται κάποιος προτού προλάβω να ζητήσω.»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω, μου είχε σφηνώσει στο στόμα κάτι παράξενο – ντροπή ή λαχτάρα, δεν ξέρω. Μείναμε με το βλέμμα να αιωρείται παραπάνω απ’ όσο σηκώνουν τα λόγια και τα ήσυχα μαγαζιά. Άναψε το ραδιόφωνο ένα παλιό ζεϊμπέκικο και μέσα στη μοναξιά των λίγων πελατών, άρχισα να την προσέχω αλλιώς: το πώς ξεδιπλώνει το πακετάκι με το χαρτομάντιλο, το πώς αγγίζει το φλιτζάνι με τα δάχτυλά της. Κάθε τόσο έστρεφε τα μάτια της πάνω μου. Δεν ήταν σαν να με φλέρταρε, όχι όπως το ‘ξερα αυτό. Ήταν πιο πολύ σαν να με διάβαζε, να γλυκαίνει κομμάτι κομμάτι τη γωνιά εκείνη που δεν άγγιζε κανείς.
Λίγο πριν φύγει, άφησε το φλιτζάνι της και στάθηκε μπροστά στον πάγκο. «Γιάννη, έτσι δεν σε λένε;» είπε χαμηλόφωνα, και ξαφνιάστηκα – ούτε που θυμόμουν αν είχαμε συστηθεί. «Ναι…», ψέλλισα. Έγειρε προς το μέρος μου, τόσο που μύριζα το άρωμά της, σαν βρεγμένη γη. «Μπορώ να ‘ρθω πάλι;» με ρώτησε, στα ίσα. Κατέβασα τα μάτια, κόμπιασα, αλλά το έβγαλα: «Να ‘ρθεις όσες φορές θέλεις.»
Έτσι άρχισε, απλό και πεζό. Έμπαινε σχεδόν πάντα όταν έβρεχε, πάντα μόνη, πάντα στη γωνιά της. Μιλούσαμε λίγο κάθε φορά. Πιο πολύ παίζαμε σιωπές. Ένιωθα να με τυλίγει σιγά σιγά, ούτε βιασύνη ούτε λόγια του αέρα. Μια μέρα, είχε βραδιάσει κι είχα μείνει τελευταίος στο μαγαζί. Έξω σκοτάδι, ψιλή βροχή έπεφτε πλάγια. Αυτή μπήκε μουσκεμένη, κάθισε πάλι στη γωνιά της, και μετά από λίγο σηκώθηκε και ήρθε στον πάγκο.
Καθίσαμε αντικριστά, μ’ ένα φωτιστικό να ρίχνει θαμπό φως ανάμεσά μας. Δεν θα σου πω ψέματα: ήθελα να τη φιλήσω από την πρώτη φορά που την είδα αλλά κράταγα τον εαυτό μου μαζεμένο, όπως είχα μάθει. Εκείνο το βράδυ όμως, γλίστρησε το χέρι της επάνω στο δικό μου και δεν τ’ άφησε. Το αίμα μου χτύπησε περίεργα, τα δάχτυλά μου δεν μ’ άκουγαν πια, λες κι είχα γίνει ξένος. Δεν ανταλλάξαμε λέξεις – μόνο αυτό το απαλό άγγιγμα κι ένα βλέμμα που κράτησε περισσότερο απ’ όσο μετρούν τα λεπτά.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκε δίπλα μου, πώς με έσυρε στο πίσω μέρος του μαγαζιού, ανάμεσα στις μυρωδιές του καφέ και στους ήχους της βροχής. Με μάζεψε στην αγκαλιά της αργά, με χέρια που ήξεραν τι ήθελαν, χωρίς να βιάζεται. Οι ανάσες μας μπλέχτηκαν – πρώτα δειλά, μετά πιο τολμηρά, σαν να μπαίναμε μαζί σε ένα τραγούδι που ξέραμε και οι δυο. Δεν έχω να σου περιγράψω τίποτα ωμό, τίποτα τραβηγμένο. Μόνο αυτή η αίσθηση ότι το δέρμα μου καιγόταν, αλλά όχι από πόθο απλό – από εκείνη τη γλύκα που αφήνει το απαγορευμένο όταν το τολμάς. Έβαλε το κεφάλι της στον λαιμό μου, σχεδόν μ’ αγκάλιασε ολόκληρο, κι εγώ άγγιξα το πρόσωπό της με τα δυο χέρια, όπως φοβάσαι να πιάσεις κάτι πολύτιμο.
Το παράθυρο άφηνε μέσα ήχους νερού, φώτα του δρόμου ανάκατα μ’ εκείνο το βαθύ σκοτάδι που μόνο η βροχή ξέρει να φτιάχνει. Μείναμε έτσι πολύ, ήσυχα, χωρίς να μιλάμε, κι ένιωθα όλα τα αγρίμια μου να μαλακώνουν – και τα δικά της, το κατάλαβα όταν χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
Την επόμενη μέρα ήρθε πάλι – αυτή τη φορά με ήλιο έξω. Καθίσαμε πλάι πλάι, δυο άνθρωποι που δεν είχαν ανάγκη πια να κρυφτούν. Ούτε μεγάλες κουβέντες, ούτε όρκους. Μόνο μια ζεστασιά που έμεινε μαζί μας απ’ εκείνο το βράδυ μέχρι το επόμενο.
Δεν ξέρω πού θα μας βγάλει. Ίσως ξαναβρέξει, ίσως κι όχι. Μα για μια φορά τόλμησα να ανοίξω τα χέρια μου, κι αυτή η γυναίκα μπήκε μέσα χωρίς φασαρία, με την αλήθεια που φέρνει η βροχή στην πόλη.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.
