Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Η αγκαλιά που άφησα πίσω μου

Δεν ξέρω αν το έχεις πάθει κι εσύ, να τ’ αφήνεις όλα πίσω σου μονάχα για μια αγκαλιά που δεν πήρες τότε που έπρεπε. Εγώ πάντως το ‘χω πάθει, κι αυτή είναι η ιστορία μου – θέλω να στην πω γιατί, να σου πω την αλήθεια, δε χωράει άλλο μέσα μου.

Είχα τελειώσει τη δουλειά σ’ ένα από εκείνα τα μουντά απογεύματα, που νιώθεις την άνοιξη να τριγυρνάει και να μη σου λέει τι θέλει. Κάτι τέτοιες μέρες, ένας καφές στην πλατεία μοιάζει να φτιάχτηκε μόνο για να σου αλλάξει τη διάθεση. Εκεί την είδα πάλι μετά από καιρό. Εκείνη. Δεν ήταν απ’ αυτές που σου μένουν στο μυαλό επειδή είναι εντυπωσιακές, μα κάτι είχε το βλέμμα της, σαν κιτρινοπράσινο, να ‘χει μέσα του δυο εποχές μαζί.

Κάθισε απέναντί μου με ‘κείνο το χαμόγελο, λίγο δισταχτικό, λίγο παιδικό. Φορούσε ένα πράσινο μπουφάν που, δεν ξέρω γιατί, φάνταζε πάνω της σα να το ‘χε ράψει η ίδια. Μιλήσαμε πρώτα για χαζά – για δουλειές, για το σκυλί της, για τα λεωφορεία που αργούν. Όσο της μιλούσα, ένιωθα πως κάτι περίμενε. Ή μπορεί να ‘τανε η ιδέα μου. Τέλος πάντων, εμένα μου ‘κανε.

Σιγά-σιγά, οι λέξεις ανάψαν μέσα μας αυτό το αόρατο δίκτυ που στήνουν δυο άνθρωποι άμα θέλουν κι οι δυο το ίδιο, αλλά δεν ξέρουν αν το παραδέχονται. Το βλέμμά της πηγαινέλα στα χείλη μου, στις άκρες των δαχτύλων μου, σε μια τζίβα απ’ τα μαλλιά μου που ‘πεφτε στραβά. Δεν κράτησα ρολόι, αλλά το ξέρω πως αργήσαμε πολύ να ξεκολλήσουμε απ’ το τραπεζάκι εκείνο.

Σηκωθήκαμε σχεδόν μαζί. Οι κινήσεις μας, για να φτιάξουμε κασκόλ και να πάρουμε τσάντες, ήταν λες κι είχαν χορρογραφία. Εκείνη την ώρα ήρθε η πρώτη σιωπή. Έμεινα να κοιτάζω λίγο το δρόμο, τα καθίσματα, έβαζα τάχα το κινητό στην τσέπη. Ένιωθα το χέρι της να ακουμπάει το μπράτσο μου, λες και δοκίμαζε τα νερά να δει άμα είναι ζεστά.

Την πρότεινα να πάρουμε τον δρόμο με τα νεραντζόδεντρα. Μου γέλασε, εκείνο το χαμόγελο που λιώνει τον κόσμο. Γενικά, δε θυμάμαι τι λέγαμε μετά – αλήθεια、δεν το θυμάμαι. Μόνο πως οι σκιές μεγάλωναν όσο προχωρούσαμε, και οι κινήσεις γίνονταν πιο κοντά. Εκεί, κάτω απ’ ένα φως που λαμπύριζε στις πορτοκαλιές, σταθήκαμε λίγο. Δεν υπήρχε άλλος γύρω μας. Ούτε δρόμοι, ούτε φώτα, ούτε τίποτα. Μόνο τα μάτια της, της νύχτας γυαλίζουν κι αυτά όταν πρέπει.

Δεν ξέρω πώς βρέθηκα να της χαϊδεύω τα μαλλιά. Εκείνη, μου ‘πιασε το χέρι. Όχι σφιχτά, μα έκλεισε τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου όπως πιάνεις κάτι πολύτιμο, μην σου πέσει. Ήμουν βέβαιος πως αν έκανα ένα βήμα, όλα θα αλλάζαν για πάντα. Ένιωθα την ανάσα της να αγγίζει τον λαιμό μου κι ήξερα πως το ‘θελε κι εκείνη. Την κοίταξα κατάματα. Σιωπή. Σιωπή ο δρόμος, σιωπή κι ανάμεσά μας – μα ό,τι έπρεπε να πούμε, το λέγαν τα χείλη πριν καν αγγίξουν το ένα τ’ άλλο.

Το φιλί εκείνο ήταν σαν να γύρισαν όλα από την αρχή, να βαφτίστηκα ξανά μες στο δέρμα της. Ένιωσα τα χέρια της να γλιστρούν στους ώμους μου, με χάιδεψε ένα φως, ζεστό, καθαρό, άνοιξη εθιστική.

Τα βήματά μας μάς βγάλαν, σχεδόν χωρίς να μιλάμε, στο σπίτι της. Είπαμε μόνο δυο λέξεις – “Έλα μαζί μου.” Δεν υπήρχε πια αμηχανία, ούτε προσχήματα. Μα όχι, όλα δεν έγιναν αμέσως. Το ωραίο είναι η αναμονή. Μου γέμισε ένα ποτήρι κρασί, έβαλε μουσική, κάτι παλιό. Καθίσαμε στο μικρό της σαλόνι, ανάμεσα σε βιβλία και μαξιλάρια. Κάθε τόσο τα χέρια μας αγγίζονταν, έπεφτε το κεφάλι μου κοντά της, ένιωθα το άρωμά της να με τυλίγει. Δεν κυνηγούσαμε τίποτα, όλα γίνονταν ήσυχα, σαν βήματα μωρού παιδιού.

Κάποια στιγμή γύρισε και μου ‘πε χαμηλόφωνα, “Εδώ και καιρό το ήθελα.” Με κοίταξε στα μάτια, και νόμιζα πως με έβλεπε πιο βαθιά απ’ όσο με είχε κοιτάξει άνθρωπος. Της χαμογέλασα. Δεν θυμάμαι αν απάντησα – δεν είχε σημασία άλλωστε.

Ακουμπήσαμε τα μέτωπά μας, τα μάγουλα μας, κι αφήσαμε τον χρόνο να κυλάει απάνω μας χωρίς να βιαζόμαστε. Έγινε όλο το βράδυ μια αλληλουχία από μικρές φωτιές – ένα χάδι στο λαιμό, ένα βλέμμα αργό, μια παύση, να κρατιόμαστε πάλι αγκαλιά. Μ’ άφηνε να την πλησιάζω σιγά-σιγά, σαν να ξεκλείδωνε μαζί μου εκείνη την πόρτα που την κρατάμε γερά από φόβο και λαχτάρα.

Έμεινα μαζί της όλο το βράδυ. Κανείς μας δεν κοιμήθηκε, δεν το προσπαθήσαμε καν. Κάθε τόσο, απλώς αλλάζαμε θέση στο κρεβάτι· πρωί-πρωί ήρθε το φως και μας βρήκε ακόμα μαζί αγκαλιά, με τα πρόσωπά μας τόσο κοντά που δεν χωρούσε τίποτα ανάμεσά τους εκτός απ’ την ανάσα μας.

Τότε ήμουν σίγουρος ότι θα κρατούσε για πάντα. Κι όσο περνούσαν οι μέρες, δεν έφυγε η μαγεία. Ήτανε κάτι καινούριο, γεμάτο και δυνατό, μα και τρυφερό μαζί. Με τα χέρια να γυρνάνε το ένα στο κορμί του άλλου σαν να διαβάζεις χάρτες, με τα βλέμματα να ψάχνουν και να βρίσκουν, με κάτι ανεξήγητους, παιδικούς ενθουσιασμούς.

Όμως, όπως ξέρεις, δεν μένουν όλα αναλλοίωτα. Ζήσαμε κάτι όμορφο, που τελείωσε λίγο-λίγο, ωραία κι αθόρυβα, χωρίς φωνές, χωρίς φασαρία. Μείναμε φίλοι μετά, μα το πρώτο εκείνο βράδυ δεν το ξαναζήσαμε. Ούτε το ξαναζήτησε ποτέ κανείς απ’ τους δυο μας.

Αυτά τα έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως τα ένιωσα ακριβώς.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.

You might also like