Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ γνωριμίας με τη Δανάη

Δεν ξέρω πώς ξεκινάει κανείς να λέει τέτοια ιστορία – ίσως απ’ την πρώτη ματιά. Εκεί που νομίζεις πως όλα πάνε ίδια και βαρετά, εκείνη τη μέρα γυρίζω σπίτι απ’ τη δουλειά, λιώνω πάνω στο μπαλκόνι με μια μπίρα, και κοιτάω τον κόσμο να περνάει. Και τότε, από κάτω, βλέπω ένα κορίτσι που δεν την έχω ξαναδεί. Ξανθά μαλλιά μαζεμένα ψηλά πρόχειρα, ένα φόρεμα απλό, θερινό, περπάτημα σαν να ξέρει ακριβώς πού πάει και ας φαίνεται αφηρημένη. Ήταν κάτι σ’ αυτή τη σιγουριά της που μου ‘κανε κλικ.

Τη βλέπω δυο-τρεις μέρες να περνάει, πάντα την ίδια ώρα. Την τρίτη μέρα, με κοιτάει και γελάει λίγο – λοξά, πονηρά. Κάνω κι εγώ ένα χαζό χαιρετισματάκι, ξέρεις, αυτό το δήθεν αδιάφορο, κι ας νιώθω μέσα μου τσιμπήματα.

Την τέταρτη μέρα, κατεβαίνω σούπερ μάρκετ για ψώνια και τη συναντώ κατά λάθος – ή μπορεί κι επίτηδες, ποιος ξέρει. “Σε βλέπω συχνά,” λέει αυτή, “γατί έχεις τέτοια μούρη όλο σκέψη;” γελάει, κι ανάβει μέσα μου κάτι που είχα να νιώσω χρόνια. Παίζουμε αυτό το παιχνίδι, τάχα αμηχανίας, αλλά τα μάτια τα λένε όλα. Είμαι σίγουρος πως και τα δικά μου λάμπουν, κι ας το παίζω κουλ.

Συζητήσαμε λίγο εκεί, ανάμεσα σε ράφια μακαρόνια και χλωρίνες: κάτι για τη ζέστη, κάτι για τα σκυλιά που τρελαίνονται κάθε απόγευμα. Την λένε Δανάη. Και το ξεστόμισα αβίαστα: “Να βγούμε για κανέναν καφέ;” και είπε ναι τόσο φυσικά που τα χρειάστηκα.

Κλείσαμε ένα ραντεβού, να βρεθούμε κάτω απ’ το σπίτι μου, χωρίς δήθεν και παιχνίδια. Εκείνο το απόγευμα έβαλα ό,τι καλύτερο είχα – όχι ρούχα, θάρρος. Βγήκα νωρίτερα να την περιμένω, μ’ ένα καρδιοχτύπι σαν πιτσιρικάς. Μόλις έρχεται, έχει μαζί της εκείνη τη μυρωδιά που δεν ξεχνάς – λίγο αντηλιακό, λίγο αλάτι, λίγο γυναίκα έτοιμη να σε ξεκουρδίσει.

Ήπιαμε τον πρώτο καφέ σε μια τρύπα καφενείο. Λίγα λόγια, περισσότερα βλέμματα. Μετά βόλτα, κοντοσταθήκαμε σε πάρκο – κάτσαμε σε ένα παγκάκι που οι μπογιές του είχαν ξεφτίσει απ’ τον ήλιο. Είδα πως τα χέρια της έτρεμαν λίγο όταν άναψε τσιγάρο, και το παρατήρησε: “Σε τρομάζω;” μου πετάει, κι εγώ γέλασα βουβά.

Σταδιακά, τα γέλια δυνάμωσαν, το φως έπεφτε σιγά-σιγά, το πάρκο άδειαζε, εμείς μείναμε. Έπιασε να φυσάει κι εκείνη τύλιξε το ζακέτο σφιχτά – βρήκα αφορμή και άπλωσα το χέρι, έτσι, σαν κατά λάθος, άγγιξα τον ώμο της. Ένα άγγιγμα πουά, γεμάτο υποσχέσεις, γεμάτο αναμονή. Τράβηξε κάπως το χέρι μου απαλά και το κράτησε σταθερά.

Από εκεί και πέρα όλα κυλούσαν αλλιώς. Η αμηχανία έσπασε, έπεσαν τα τείχη μ’ ένα βλέμμα. Γυρνώντας προς τα σπίτια μας, σταμάτησε μπροστά στην είσοδο της δικιάς της. “Θέλεις να ανέβεις για ένα ποτό;” Είχε ήδη νυχτώσει καλά. Δεν ήταν πρόσκληση, ήταν απόφαση, και ψιθύρισα απλώς ένα “Ναι” που έλεγε κι άλλα.

Το σπίτι μικρό, γεμάτο βιβλία, φωτάκια χαμηλά, μια μυρωδιά απ’ το παλιό ξύλο της βιβλιοθήκης, μαζί με κάποιο ελαφρύ άρωμα που φορούσε. Βάλαμε μουσική, κάτι άγνωστο γαλλικό, και γεμίσαμε ποτήρια. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ, κοντά, τόσο που ένιωθα τη ζεστασιά απ’ το σώμα της, πριν καν αγγιχτούμε.

Μιλήσαμε για λίγο, χωρίς ουσία, μόνο για να ακούει ο ένας τη φωνή του άλλου. Καθόταν απέναντί μου, τα γόνατά μας ακουμπούσαν, ένιωθα το βλέμμα της σα χάδι πάνω μου – κι εκεί, στα ξαφνικά, έγειρε, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Δεν το κυνήγησα παραπάνω, κάθισα έτσι, άκουσα τη δύσκολη ανάσα της, κι έβαλα το χέρι μου στα μαλλιά της, τα χάιδεψα, ελαφρά, σαν να ήταν το πιο εύθραυστο πράγμα στον κόσμο.

Εκείνη σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε στα μάτια, είδα στο βλέμμα της όλα όσα δεν έλεγε. Τα χείλη μας σχεδόν ακουμπούσαν, και τότε έγινε αυτό το πρώτο φιλί, που δεν είναι πια συνηθισμένο, απ’ τα λίγα που μένουν στη μνήμη. Κράτησε τόσο όσο να σταματήσει ο χρόνος. Τράβηξε πίσω απαλά, “Καλά είμαι εδώ” είπε, σα να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό της.

Κάτσαμε πολλή ώρα έτσι, χωρίς βιασύνη, χωρίς να βγάζουμε τα χαζά τα λόγια της αμηχανίας. Τα χέρια μας μπλέχτηκαν φυσικά. Δεν χρειάστηκαν μεγάλες κουβέντες, ήταν εκείνο το κάτι, σαν να συναντήθηκαν δυο άνθρωποι που το θέλανε ακριβώς την ίδια στιγμή.

Όλο το βράδυ πήγαινε σαν να μας πήγαινε κάποιο ρεύμα. Δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε καθισμένοι αγκαλιά στο πάτωμα, με ένα μισοάδειο ποτήρι κρασί δίπλα, ούτε πότε άρχισα να χαϊδεύω το πρόσωπό της, να παίζω με το χέρι της, να μιλάμε ψιθυριστά, σαν να μην έπρεπε να ακουστούμε. Όλα γίνονταν σιγά, με ένα σεβασμό, μια δίψα και ένα φόβο μην τελειώσει.

Εκείνο το βράδυ δεν έγινε τίποτα παραπάνω, ή μάλλον έγιναν όλα: ένταση, επιθυμία, εκείνη η αναμονή που σε τρελαίνει. Φιληθήκαμε πολύ, μπερδεύτηκαν λίγο τα ρούχα, αλλά σταματήσαμε, σαν να το κρατούσαμε κρυφό δώρο για μετά. Έμεινα εκεί μισή ώρα ακόμα, κοιτώντας τα μάτια της στο ημίφως, νιώθοντας σίγουρος ότι όσα ζήσαμε εκείνο το βράδυ είναι η αρχή μιας ιστορίας πιο μεγάλης απ’ αυτή τη νύχτα. Κι όταν έφυγα, το μόνο που ένιωθα ήταν ευγνωμοσύνη που κάποιες φορές η ζωή φέρνει τέτοια δώρα εκεί που δεν τα περιμένεις.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.

You might also like