Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ με τη γυναίκα στο μπαράκι της Νέας Κρήνης
Θα σου πω, λοιπόν, πώς έγινε. Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ, από αυτά που λες ότι μυρίζουν αλμύρα κι αναπνοή από γιασεμί, κι ο αέρας είναι έτσι όπως τον θέλεις – ζεστός κι αγκαλιάζει. Είχα κατέβει με έναν φίλο εκείνο το βράδυ σ’ ένα μπαράκι στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης, το θυμάμαι ακόμα, επειδή πρώτη φορά μ’ έσπρωξε να βγω μετά από καιρό. Ήμουν σε φάση δύσκολη, ξέρεις, αυτά τα ξεβολέματα που όσο μεγαλώνεις τα ζεις πιο συχνά, αλλά και τα πίνεις πιο εύκολα.
Μπαίνω, λοιπόν, με τον Παύλο, κάθομαι απέναντί του, κουβέντα μικρή, μέχρι που σκάει το βλέμμα μου πιο δίπλα. Είχε κάτσει δυο τραπέζια μετά, μια κοπέλα μόνη της, με ένα κρασί μπροστά της, ένα βιβλίο ανοιγμένο και τα μαλλιά της λυτά. Μου ‘κανε εντύπωση, και δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα γυναίκα έτσι, αλλά κάτι στη στάση της, μάλλον το πώς γύρναγε το κεφάλι όταν γελούσαν από πίσω, πώς έπαιζε τα δάχτυλα με το ποτήρι λες και γράφανε δικό τους τραγούδι… με τράβηξε.
Έπιασα να την κοιτάζω ασυναίσθητα και, χωρίς να το καταλάβω, τα μάτια μας συναντήθηκαν κάπου στη μέση. Δεν είναι υπερβολή να πω, έτσι, ντράπηκα λίγο. Σαν παιδί που το πιάνουν να κάνει αταξία. Αλλά δεν απέστρεψε το βλέμμα της – με κράτησε, ήσυχα, σαν να ‘θελε να καθίσει στο τραπέζι μου δίχως κουβέντα. Έγειρε λίγο το κεφάλι, χαμογέλασε αχνά. Μέσα μου έγιναν φασαρία όλα.
Πέρασε λίγη ώρα, χάθηκα πάλι σε κουβέντα κι αστεία με τον Παύλο, δήθεν αδιάφορος. Μα το μυαλό μου είχε γραπώσει την εικόνα της – εκείνη, τα δαχτυλάκια της, τα μαλλιά, τα μάτια. Και ξαφνικά, έρχεται η στιγμή που την ακούω να ζητάει λογαριασμό. Πριν σηκωθεί, επιμένει το βλέμμα μας, σταυρώνονται κρυφά. Την πλησιάζω, χωρίς δεύτερη σκέψη. “Συγγνώμη… διαβάζεις κάτι καλό;” της λέω, έτσι, απλά. Μου γυρνάει το βιβλίο, μα εκείνο που μετρά είναι το “κάτσε για λίγο αν θες”.
Δεν ήταν κουβέντες περίπλοκες αυτές που ειπώθηκαν. Ήταν χαμόγελα, εκείνα τα μισάνοιχτα, που νομίζεις πως κάτι ανοιγοκλείνει μέσα σου. Ανάμεσα στις λέξεις, τα δάχτυλα ακουμπάνε λίγο στο τραπέζι, τυχαία, μέχρι που το “τυχαία” γίνεται σκόπιμο. Πλησίασα λίγο πιο κοντά, μυρίζω το άρωμά της – ένα κάτι κρύο και γλυκό μαζί, λες κι είναι πρωι στο χωριό και μόλις άνοιξες το παράθυρο. Έπιασε μια σιωπή τότε, που δεν ήθελα να σπάσει, γιατί έλεγε όλα αυτά που δεν είχαμε το θάρρος να πούμε.
Λίγο μετά, ο Παύλος είχε ήδη φύγει, είχε πει “σας αφήνω, παιδιά” κι εγώ δεν είχα καν απαντήσει. Μείναμε μόνοι, με έναν λογαριασμό να περιμένει να πληρωθεί και δυο βλέμματα που ήθελαν να πουν ναι, αλλά κολλούσαν ακόμη στη λογική. Λίγο πριν φύγουμε, με ρώτησε: “Πού θες να πας;” Κι εγώ για μια στιγμή είπα ας πετάξω τη φωνή παραπέρα από την ντροπή. “Κάτσε λίγο ακόμη, πάμε μια βόλτα στη θάλασσα να μου πεις για το βιβλίο σου.”
Κατεβήκαμε προς τον μόλο, δυο σκιές στο μισοσκόταδο, με τα παπούτσια στο χέρι και το αεράκι να γλιστράει στα πόδια μας. Είχε φουρτούνα το νερό, κι η φωνή της έσκαγε πίσω απ’ το αυτί μου καθώς μιλούσε σιγανά. Σταματήσαμε κάπου, καθήσαμε δίπλα-δίπλα στα βράχια, κι ένιωθα το χέρι της, γυμνό, να τρίβεται λίγο δίπλα στο δικό μου, να ζεσταίνεται. Δεν ήταν τίποτα απόλυτο, πιο πολύ κάτι φευγαλέο – όμως, εκεί, ανάμεσα σε όσα αφήνει ο κόσμος αμίλητα, ήξερα πως ήθελα να χαθώ για λίγο στη σιωπή μαζί της.
Δεν θυμάμαι τι κουβεντιάσαμε το υπόλοιπο βράδυ. Μπορεί να ήταν για τους παλιούς της έρωτες, για ταξίδια μακρινά που φοβόταν να κάνει, για το πώς φοβόταν τα αεροπλάνα. Μπορεί και να μην είπαμε τίποτα σπουδαίο, να κουνούσαμε απλώς το κεφάλι καταφατικά, να γελούσαμε λίγο κάπως άβολα, και μετά να γινόμασταν ξανά σοβαροί. Έβαλα το σακάκι μου στους ώμους της κάποια στιγμή, και όταν το πήρε χαμογέλασε κι είπε “δεν το χρειάζομαι, ζεστάθηκα”.
Όταν πια ήταν αργά, και η πόλη πίσω έλαμπε με τα φώτα της, και τα μαγαζιά έκαναν ησυχία, σηκωθήκαμε. Δεν ήθελα να τελειώσει, αλλά το ήξερα, ήτανε στιγμή κι όχι ιστορία αυτή. Δεν ανταλλάξαμε ούτε νούμερα, τίποτα. Ίσως επειδή και οι δύο ξέραμε βαθιά μέσα μας πως ό,τι κρατάει λίγο, γράφει πιο πολύ.
Πριν φύγει, μου έβαλε το χέρι στο στήθος, πάνω απ’ το πουκάμισο, σαν να μέτραγε την ανάσα μου. “Να με σκέφτεσαι όταν βλέπεις θάλασσα,” μου είπε, χαμογελαστή, κι έφυγε με βήμα γοργό – λες κι αν καθόταν παραπάνω, θα χάλαγε το όμορφο.
Εγώ έμεινα λίγο εκεί, τα κύματα να παίζουν στα πόδια μου και να μπερδεύονται με τις σκέψεις μου. Δεν με νοιάζει αν ακουστεί ρομαντικό, αλλά τέτοια βράδια, όταν έρχονται, δεν χρειάζονται ούτε ονόματα ούτε σημειώματα. Αρκεί που συνέβησαν – γι’ αυτό και τα θυμάσαι σαν να μυρίζουν ακόμη γιασεμί.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.
