Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα στα Πετράλωνα με την Ιωάννα
Δεν το περίμενα, να σου πω την αλήθεια, να μου συμβεί κάτι τέτοιο στα σαράντα δύο μου. Πάντα άκουγα τις ιστορίες άλλων, ξέρεις, για έρωτες της στιγμής, για ματιές που δεν ξεχνιούνται και κάτι τέτοια που τα έπαιρνα λίγο στην πλάκα, γιατί νόμιζα ότι είναι για τους νέους, ή για τις ταινίες. Εγώ τώρα, χωρισμένος με μια κόρη, με τη ρουτίνα της δουλειάς, με νοίκια και λογαριασμούς – τι να περιμένεις; Αλλά κοίτα πώς στα φέρνει η ζωή.
Αυτή η ιστορία ξεκινά τυχαία, σ’ ένα παλιό μπαράκι στα Πετράλωνα, με κάτι φίλους που πάνε κάθε Σάββατο πιστά, ψιλόκαρφωμένοι όλοι στα ποτήρια, χαζεύοντας τηλεόραση πάνω απ’ τον πάγκο. Μια μέρα λοιπόν, ήτανε λίγο παραπάνω γεμάτο το μαγαζί, και έπρεπε να κάτσω δίπλα σε μια γυναίκα που δεν είχα ξαναδεί. Ούτε ξανθιά, ούτε εντυπωσιακή με τη μια. Κανονική, καθημερινή σαν κι εμένα, με μαύρα μαλλιά δεμένα πρόχειρα, κάτι μάτια να σε καρφώνουν αλλιώς, σοβαρά.
Στην αρχή ούτε που μιλήσαμε. Μόνο που όταν μου έπεσε το τσιγάρο απ’ το πακέτο, το σήκωσε εκείνη και μου το έδωσε χωρίς λέξη, αλλά εκεί που μου το έβαλε στο χέρι, με ακούμπησε λίγο παραπάνω από όσο χρειάζεται. Λέω, εντάξει, ιδέα μου είναι, αυτά νομίζουμε εμείς οι χωρισμένοι μόλις κάποια μας δώσει σημασία. Όσο περνούσε η ώρα όμως, κατάλαβα ότι με κοιτούσε, όχι απευθείας, από καθρέφτη στην απέναντι κολόνα, και όταν σηκώθηκα για τουαλέτα, ένιωσα πάλι πάνω μου το βλέμμα της, να σε παρακολουθεί λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω.
Γύρισα στη θέση μου, και ξαφνικά έσκυψε λίγο, έτσι χαμηλόφωνα, και μου λέει: «Έχει τόση βαβούρα εδώ, να καθίσουμε πιο έξω να μιλάμε;» Δεν το περίμενα. Βγήκαμε στη μικρή αυλή, καθίσαμε δίπλα-δίπλα στη μεταλλική καρέκλα – βράδυ με δροσιά, γειτονιά ήσυχη. Άναψα τσιγάρο, εκείνη δεν κάπνιζε, μου είπε μόνο το όνομά της, Ιωάννα, κι εγώ το δικό μου. Δεν ήταν ανάγκη να πούμε παραπάνω.
Σιγά-σιγά, αρχίσανε τα μάτια να γελάνε λίγο, τα χέρια να βρίσκουν αφορμή να αγγίξουν το γόνατο του άλλου, να ακουμπήσουν στον αγκώνα, ως δήθεν κατά λάθος. Μια στιγμή της λέω: «Κρυώνεις;» γιατί είχε πιάσει ψύχρα. Χωρίς να το σκεφτεί, έγερνε πάνω μου, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου – και εκεί για κάποιο λόγο χτύπησε η καρδιά μου πιο δυνατά. Είχα καιρό να το νιώσω αυτό, κι ακόμα παραπάνω καιρό να αφήσω να με πάρει κάποιος αγκαλιά χωρίς δισταγμό.
Όλη αυτή η ατμόσφαιρα, με το φως το χαμηλό, τα αυτοκίνητα που περνούσανε, τα γέλια των φίλων από μέσα – ήτανε σα να σταμάτησε για λίγο ο χρόνος. Δεν ήθελα ούτε να μιλήσω πολύ, ούτε να χαλάσω αυτή τη σιωπή που άρχισε να γίνεται σιγά-σιγά ερωτική. Μου ψιθύρισε κοντά στ’ αυτί ότι της άρεσε που γελάω με τα χαζά, πως φαινόμουν ήσυχος αλλά «κρύβω πράγματα». Της είπα κι εγώ ότι εκείνη μοιάζει δυνατή αλλά το βλέμμα της είναι αλλού, σα να ψάχνει κάτι που να την ακουμπήσει στ’ αλήθεια. Έμεινε λίγο σιωπηλή μετά.
Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά πιάσαμε να περπατάμε αργά προς το σπίτι της. Μέσα στη νύχτα, χέρι-χέρι, χωρίς πολλά λόγια, με μια αμηχανία καλή, σα μαθητές που το σκάνε απ’ το μάθημα. Το σπίτι ήταν παλιό, με σιδεριές στο μπαλκόνι, λουλούδια στις γλάστρες. Άνοιξε την πόρτα, κάθισε στον καναπέ με μια κούπα τσάι, εγώ δίπλα της. Ήμασταν και οι δύο σιωπηλοί, αλλά ένιωθα με κάθε κύτταρο ότι κάτι θα γίνει και κανείς δεν βιαζόταν. Είχε ένα ραδιόφωνο χαμηλό, έπαιζε ένα παλιό τραγούδι, «Η αγάπη όλα τα μπορεί», νομίζω.
Εκεί, μέσα στη γλυκιά σιωπή, ήρθαν τα χέρια της πρώτα πάνω στα δικά μου. Ήταν γλυκό, ήσυχο, ζεστό. Δεν σκοτωθήκαμε στη βιασύνη – το αντίθετο. Αγγίγματα αργά, πρόσωπα κοντά, αναπνοές, σιγανό γέλιο που έκρυβε λίγη ντροπή. Μία στιγμή μόνο, που γύρισε και με κοίταξε μες στα μάτια, ήταν σα να μου είπε «σε εμπιστεύομαι». Την πήρα αγκαλιά, περάσανε ώρες χωρίς να μιλάμε, μόνο χάδια και ανάσες και βλέμματα.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες – δεν χρειάζεται. Θέλω να σου πω μόνο ότι όλο αυτό κράτησε πολλές ώρες, με κείνη να ξαπλώνει στο στήθος μου και να μ’ αγκαλιάζει, να μου μιλάει για τις πληγές της, για τα όνειρά της, για το παιδί που είχε μεγαλώσει μόνη της. Σα να ήμασταν δύο άνθρωποι που για λίγες στιγμές ξέφυγαν από τον κόσμο και μπόρεσαν να ζήσουν κάτι για τον εαυτό τους.
Τα ξημερώματα φύγαμε μαζί περπατώντας, ούτε λόγια, ούτε υποσχέσεις, μόνο μια αίσθηση ότι κάτι όμορφο έγινε, ακόμα κι αν δε συνεχιστεί για πολύ. Να σου πω την αλήθεια, δεν το ξανάπαθα έτσι – ναι, ξαναβγήκαμε και άλλη μια φορά, αλλά ήταν αλλιώς, δεν είχε πια αυτή τη μαγεία της πρώτης νύχτας. Ίσως γι’ αυτό θυμάμαι τόσο έντονα εκείνο το βράδυ. Γιατί ήταν αληθινό, γιατί για μια φορά στη ζωή μου άφησα τα πάντα στην άκρη και παραδόθηκα σε ένα βλέμμα, ένα χάδι, χωρίς να προσπαθήσω να το ελέγξω.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παντελής.
