Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα με την άγνωστη κοκκινομάλλα
Δεν ξέρω αν είναι ωραίο να τα λες αυτά δημόσια, αλλά να σου πω την αλήθεια, μερικά πράματα τα νιώθεις να σε πνίγουν αν δεν τα ξεφορτωθείς. Δεν θα πω ονόματα, αλλά θα τα πω όλα όπως ακριβώς τα έζησα, σκέτα, χωρίς φτιασιδώματα. Μια Παρασκευή ήταν, γύρω στις εννιά το βράδυ, που καθόμουν στο παλιό μαγαζί του Τάσου με δυο φίλους. Άδεια μπύρα στο τραπέζι, τσιγάρο μονίμως στη γωνία του στόματος, κι η φασαρία από τις φωνές να μπλέκεται με κλασικά λαϊκά στο ραδιόφωνο. Σ’ εκείνο το μαγαζί συνήθως έμπαιναν οι ίδιοι και οι ίδιοι, ντόπιοι κυρίως, αλλά εκείνο το βράδυ, όλα τ’ άλλαζαν.
Κάποια στιγμή βλέπω την πόρτα ν’ ανοίγει και μπαίνει αυτή, με μια παρέα δυο κοριτσιών ακόμα. Κόκκινα μαλλιά, κοντό μπουφάν, γελούσε φωναχτά κι όπου κοιτούσε, έμοιαζε να τα κάνει όλα γύρω της να γυρνούν. Δεν ξέρω γιατί, μα εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα, “Κοίτα να δεις, θα γίνουν περίεργα πράγματα απόψε.” Ανταλλάξαμε βλέμματα. Από κείνα που κρατάνε λίγο παραπάνω από ένα απλό χαιρετισμό, αλλά όχι τόσο ώστε να πεις “παίζει κάτι”. Όμως το ηλεκτρικό το ένιωθα. Ο αέρας άλλαξε.
Έκατσε ακριβώς απέναντι, με τη γωνία στο τραπέζι να μας χωρίζει. Σχεδόν δεν άκουγα τι λέγανε οι φίλοι μου – μόνο το χαμόγελό της παρακολουθούσα, πώς ανασήκωνε το φρύδι, πώς τράβαγε μια τούφα πίσω από το αυτί όταν γελούσε μ’ εκείνη την κοπέλα στα αριστερά. Μία-δυο φορές έσκασε το βλέμμα της πάνω μου, έγνεψε και καλά για “γειά’, αλλά με εκείνο το πονηρό το μισόκλειστο. Ένιωθα πως αν της χαμογελούσα κι εγώ λίγο παραπάνω, θα ‘τρεχε το ρεύμα μέχρι τα νύχια.
Να σου πω την αλήθεια, δεν είμαι απ’ αυτούς που τολμάνε με την πρώτη. Μέχρι τα τριάντα μου ήμουν ντροπαλός. Εκείνη, όμως, σε βασάνιζε με τον τρόπο της. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, ήταν σαν να ήξερε ότι είμαι εκεί και να μου κάνει παιχνίδι από απόσταση. Κάποια στιγμή – η ώρα είχε πάει έντεκα – άφησα την παρέα και κατευθύνθηκα να πάρω άλλη μια μπύρα. Εκείνη σηκώθηκε τη στιγμή που έστριβα στη μπάρα. Κοντά σε μένα, στους δυο πόντους απόσταση, ένιωσα το άρωμά της: κάτι γλυκό, αλλά με σίδερο από κάτω, σαν φρούτο που δεν έχει προλάβει να ωριμάσει. Μου χαμογέλασε και είπε, “Καλή βραδιά;” Σήκωσα τους ώμους, “Όπως την κάνεις.” Γέλασε με ένα γελάκι περίεργο, που έμοιαζε λίγο να με κοροϊδεύει, και λίγο να μου δίνει αβάντα.
Βγήκαμε τελικά για τσιγάρο στον πεζόδρομο. Περπατήσαμε λίγο πιο εκεί, μακριά από το μαγαζί και τους υπόλοιπους, κάτω από μια λάμπα που τρεμόπαιζε. “Καπνίζεις για τη συνήθεια ή για την ανησυχία;” ρωτάει. Την κοίταξα λίγο, ρούφηξα μια γερή τζούρα και λέω, “Για ό,τι με καις.” Κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε έτσι στραβά που τα ‘κανα θάλασσα. Είπα “συγγνώμη” και γύρισα να φύγω, αλλά ξαφνικά ένιωσα το χέρι της στο χέρι μου. Χωρίς να με κοιτάει ευθεία στα μάτια, τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν με τα δικά μου. Παγώσαμε έτσι, στη μέση του δρόμου, δυο μεγάλοι άνθρωποι να κάνουν σαν παιδάκια.
Ο χρόνος μετά λίγο, σαν να ‘ναι κομμένος. Μπήκαμε στο δικό της μικρό αμάξι, με το φως του δρόμου να μπαίνει περίεργα από τα παράθυρα. Δεν χρειάστηκαν ούτε πολλές κουβέντες ούτε εξηγήσεις. Ακούστηκε μόνο η ανάσα της, τα φώτα από τα στολισμένα δέντρα στο κέντρο να μας χαϊδεύουν το πρόσωπο. Σκύψαμε ταυτόχρονα. Περίεργο πώς συμβαίνουν αυτά – τα χείλη σχεδόν αγγίχτηκαν και το μόνο που χώριζε το τώρα από το αύριο ήταν μια μικρή ανάσα. Ακούστηκε μια φράση χαμηλόφωνα που ακόμα την κουβαλάω: “Άντε, λοιπόν.”
Εκείνο το φιλί, θα το θυμάμαι όσο ζω. Όχι γιατί έγινε κάτι σπουδαίο ή παράνομο – αλλά γιατί μέσα σ’ εκείνο το πρώτο άγγιγμα χώρεσε όλη η λαχτάρα των λέξεων που δεν είπαμε, των αγγιγμάτων που κρατήθηκαν πίσω με τρόπο και των στιγμών που όλοι περιμένουμε, αλλά σπάνια έρχονται τόσο αβίαστα. Κρατούσα το πρόσωπο της με τη μία παλάμη, το χέρι της είχε κουλουριαστεί στο δικό μου σβέρκο. Δεν υπήρχαν στοπ, ούτε όρια, ούτε φόβος πια. Μόνο εκείνη η σιωπή που βαραίνει και μετά γίνεται ανάσα και μετά όλο το υπόλοιπο χάνεται.
Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά του καπνού, τη γεύση απ’ το κραγιόν της που είχε τη γλύκα του κερασιού, κι εκείνη τη φευγαλέα ματιά που μου ‘ριξε φεύγοντας λίγο αργότερα, κάτω απ’ το πορτοκαλί φως του δρόμου. “Θα τα ξαναπούμε, εντάξει;” μου είπε, σαν να ήξερε ότι έτσι κι αλλιώς, μια αφή τέτοια πάντα γυρνάει πίσω στο μυαλό.
Από τότε, δεν ξανάτυχε να τη δω, κι ας γύρισα άπειρες φορές το ίδιο μαγαζί, ίδια μέρα κι ώρα. Αλλά εκείνη η νύχτα ήταν η νύχτα που έμαθα πώς είναι να καίγεσαι απ’ το τίποτα, να αφήνεσαι σ’ ένα βλέμμα, χωρίς ονόματα και δεσμεύσεις, έτσι απλά, ανθρώπινα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.
