Τρομακτικές Ιστορίες – Το σπίτι της γιαγιάς στη Μάνδρα
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το απόγευμα στο σπίτι της γιαγιάς μου, στη Μάνδρα. Ήταν Κυριακή, ανοιξιάτικη, λίγο μουντή μέρα, που θύμιζε καλοκαίρι αλλά είχε μια παράξενη ψύχρα, σαν να είχε σταματήσει κάπου το φως, πριν φτάσει στα παράθυρα.
Είχα πάει να φτιάξω τη βρύση στην αυλή∙ κάθε λίγο και λιγάκι μάζευε χώμα και δεν έτρεχε καλά το νερό. Η γιαγιά μου είχε φύγει χρόνια, αλλά το σπίτι έστεκε ακόμα, με όλα της τα έπιπλα, ακόμη και τις πορσελάνινες κούκλες στο σαλόνι, ίδια μέρα με την τελευταία που έζησε εκεί. Εκείνη τη μέρα, είχε μια παράξενη σιγή όσο πλησίαζα το σπίτι — ούτε τα πουλιά πολύ πολύ, ούτε σκυλιά να ακούγονται. Ένα τζιτζίκι μόνο, πρόωρο ίσως, ξεκινούσε κάθε τόσο και σταματούσε σαν κάτι να το διακόπτει απότομα.
Μπαίνοντας μέσα, με χτύπησε εκείνη η μυρωδιά παλιού, σκόνης και μιας φτηνής λεβάντας, απ’ αυτές που βάζαν στα ντουλάπια, ανακατεμένη με κάτι βαρύτερο, κάτι υγρό, που δεν προσδιορίζω εύκολα. Η ηλεκτρική δεν λειτουργούσε – ούτε το φως, ούτε τα πρίζες. Πήρα το φακό απ’ την τσάντα μου, κι άναψα. Μια λεπτή δέσμη, λίγο θαμπή, έπαιζε στη σκάλα.
Δεν το είπα, αλλά κάθε φορά που πήγαινα εκεί μόνος μου, είχα αυτή την αίσθηση πως το σπίτι περίμενε. Ίσως ήμουν επηρεασμένος που ήμουν ο τελευταίος από την οικογένεια που πατούσε ακόμη αυτό το πάτωμα. Εκείνη τη φορά, όμως, ένιωθα κάτι άλλο, πιο συγκεκριμένο.
Άκουγα ένα μικρό τριζόνισμα στο ξύλινο πάτωμα, σποραδικά, μα σαν να έρχεται από άλλο δωμάτιο, όχι από μένα. Στο σαλόνι, πάνω στο τραπέζι, ήταν αφημένη μια παλιά εφημερίδα, από το ’95, αλλά δεν θυμάμαι να την είχα αφήσει έτσι — δεν διαβάζω ποτέ τις παλιές, τις μαζεύω μόνο για προσάναμμα. Τα φλιτζάνια στο τραπεζάκι είχαν λεπτή σκόνη, εκτός από ένα, που είχε μέσα δαχτυλιές. Εγώ δεν πίνω ποτέ απ’ αυτά.
Κατέβηκα από το σαλόνι στην παλιά κουζίνα της γιαγιάς για να ψάξω εργαλεία, όταν άκουσα ένα ραφίνισμα από το επάνω πάτωμα. Νόμιζα πως μου ξέφυγε ο αέρας απ’ το παράθυρο, μα ήξερα πως τα πάντα εκεί πάνω είναι τριπλοκλειδωμένα. Άκουσα κάτι να τρίβεται στον τοίχο – όχι έντονα, αλλά σαν κάποιο ζώο να σέρνεται. Ένιωσα ένα ρίγος, ψυχρό και αργό, να κατεβαίνει στην πλάτη μου.
Αναγκάστηκα να ανέβω τη σκάλα, το φως του φακού τρεμόπαιζε στον τοίχο μπροστά. Στα μισά της σκάλας, για πρώτη φορά θυμήθηκα έναν παλιό καθρέφτη που δεν τον είχα δει ποτέ – έστεκε σ’ ένα γωνιακό κομοδίνο, κάτω από τη σκάλα, αλλά δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Είχα μια παράξενη αίσθηση πως κάτι στο τζάμι του είχε μια υγρή αντανάκλαση, σαν ανάσα.
Στο πάνω πάτωμα, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα, πολύ ξαφνικό – η πόρτα της παλιάς γκαρνταρόμπας άνοιξε ξαφνικά μόνη της με ήχο υπόκωφο, λες κι άνοιξε συρτάρι γεμάτο υφάσματα. Το φως του φακού σταμάτησε στη μέση του διαδρόμου. Ήταν ο μοναδικός ήχος, όλα τα άλλα βουβά. Χώθηκα μέσα στη γκαρνταρόμπα, χωρίς να ξέρω γιατί.
Μέσα στην ντουλάπα ήρθαν όλα τα παλιά ρούχα μπροστά μου, κρεμασμένα σαν ανθρώπινα σώματα. Άγγιξα ένα παλιό παλτό, και ήταν νωπό, σαν κάποιος να το είχε φορέσει εκείνη τη στιγμή. Το παράξενο είναι πως άκουσα, αχνό, πίσω μου να σέρνεται οριζόντια κάτι κάτω απ’ το πάτωμα.
Βγήκα φουριόζος έξω, σχεδόν χωρίς ανάσα. Τότε, μου ήρθε μια μυρωδιά υγρασίας, τρίτη μυρωδιά μέσα στη μέρα. Έριξα τον φακό προς τα δεξιά, προς το μικρό δωμάτιο επισκεπτών και πρόσεξα πως η πόρτα δεν ήταν κανονικά κλειστή — ήταν ακριβώς μισάνοιχτη, ίσα για να γλιστρήσει άνθρωπος. Χωρίς λόγο, ένιωσα πως κάτι μέσα της περίμενε, ίσως και να είχε ακούσει το θόρυβο μου. Ήμουν έτοιμος να φύγω μα ακούστηκε ένα ελαφρύ γέλιο – ή κάτι ανάμεσα σε γέλιο και βήχα∙ ίσως να ήταν ο δικός μου λαιμός, αλλά μου φάνηκε πως ερχόταν από το δωμάτιο.
Κατέβηκα τα σκαλιά, το φως του φακού τρεμόπαιζε πάλι και πάλι, ώσπου σχεδόν έσβησε. Ένιωσα εκείνο το γνώριμο εκεί πέρα, κάτι που έμενε πίσω από κάθε αντικείμενο, κάτω από την παλιά κουβέρτα, πίσω από το σβησμένο καντήλι. Τώρα ακουγόταν, ξεκάθαρα, ένα απαλό περπάτημα στην αυλή, σαν να σεργιάνιζε κάποιος έξω. Στάθηκα ακίνητος, μέσα στις σκιές της σάλας. Το φως του φακού αναβόσβησε και έπιασα με την άκρη του ματιού μου μια κίνηση στο παράθυρο. Έμοιαζε με σκιά, μα δεν είχε σχήμα ανθρώπου∙ περισσότερο σαν διπλωμένη φιγούρα, σβηστή, ένα κομμάτι πιο σκοτεινό απ’ το σκοτάδι.
Ένιωσα φόβο, αλλά ταυτόχρονα και κάτι γνώριμο, σαν μυρωδιά από παλιό κουτί ή ήχο απ’ τα πρώτα ραδιόφωνα της γιαγιάς. Τα πάντα πάγωσαν γι’ αρκετά δευτερόλεπτα. Το ταβάνι έβγαλε έναν ήχο, σχεδόν ανεπαίσθητο: σαν κάποιον να σέρνει ποδιά πάνω στα σανίδια, εκεί που ήξερα ότι δεν είχε τίποτα.
Έφυγα γρήγορα, κλείνοντας τη βαριά ξύλινη πόρτα πίσω μου. Έβαλα το αυτοκίνητο μπροστά κι έκανα να φύγω, μα, στο πίσω καθρεφτάκι, τα φώτα της αυλής είχαν ανάψει – ήταν κομμένα χρόνια τα καλώδια. Έμεινα να κοιτάζω το σπίτι να στέκει εκεί, στο μισό σκοτάδι, με τα παράθυρα σαν να αλλάζουν θέση, σαν να κοιτούν αλλού κάθε φορά που χαμηλώνω τα μάτια.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
