Τρομακτικές Ιστορίες – Το παλιό σπίτι στον Αχέροντα
Εκείνη η μέρα ξεκίνησε τόσο αδιάφορα, που άμα μου το ’λεγες πως θα κατέληγε έτσι, θα γελούσα. Ήταν Παρασκευή, αρχές φθινοπώρου, κι έπρεπε να περάσω απ’ το παλιό σπίτι του θείου μου στον Αχέροντα για να παραλάβω κάτι χαρτιά, πριν δοθεί για ανακαίνιση. Θυμάμαι, η ατμόσφαιρα ήταν εκείνη η μουντή, άχρωμη που φέρνουν οι μέρες λίγο πριν μπει καλά ο χειμώνας – ο ήλιος κρυμμένος πίσω από το γκρίζο, ούτε βροχή, ούτε και στεγνό.
Το σπίτι αυτό ήταν πάντα λίγο περίεργο, κι όταν ήμουν μικρός δεν κοιμόμουν καλά εκεί. Εκείνη όμως τη μέρα, όλα έμοιαζαν απλώς εγκαταλειμμένα: υγρασία στους τοίχους, κουρτίνες βαριές και ξεπλυμένες, στη μέση του σαλονιού το παλιό τραπέζι γεμάτο σκόνη. Τσαλακωμένες εφημερίδες κάτω, ένα μπουκάλι ούζο μισογεμάτο, δυο ποτήρια – όλα όπως τα είχε αφήσει.
Ξεκίνησα να ψάχνω. Τα χαρτιά που ήθελα ήταν, μάλλον, στο γραφείο στο πίσω δωμάτιο. Πριν προλάβω να φτάσω, έπιασα ένα περίεργο άρωμα – σαν μούχλα και βρεγμένα ξύλα, ανακατεμένο με κάτι ελαφρώς έντονο, σχεδόν μεταλλικό. Ο θείος πάντα κάπνιζε εκεί, αλλά τώρα ήταν αλλιώς, πιο έντονο, σαν να πλανιόταν κάτι που δεν θα ’πρεπε.
Δεν έδωσα σημασία, ήμουν βιαστικός. Κοίταξα γύρω, τα πράγματα έμοιαζαν στη θέση τους, αν κι η σκόνη ήταν παντού ασυνήθιστα παχιά. Στο γραφείο παίρνω τα χαρτιά, τα βάζω στον φάκελο, και τότε προσέχω πως μες στη σιγή ακούω μια σταγόνα να πέφτει, πάντα στην ίδια συχνότητα. Πλιτ, πλιτ, πλιτ. Δεν έβρεχε, τίποτα δεν στάζε. Σταμάτησα για να ακούσω καλύτερα. Τίποτα. Πήγα προς το μπάνιο να το ελέγξω, έτσι για να ησυχάσω το κεφάλι μου – όλα εντάξει. Μόλις όμως βγήκα, το άκουσα ξανά, από το σαλόνι τώρα.
Χωρίς να το καταλάβω, ένιωσα έναν δισταγμό. Έλεγξα τα παράθυρα. Μονάχα ο αέρας, λίγο να τα χτυπάει, και κάτι ριπές κρύου να μπαίνουν από τις χαραμάδες. Κοίταξα έξω, η αυλή και η απέναντι χαλασμένη μάντρα όπως πάντα – μόνο αυτή τη φορά, το πορτάκι της μάντρας ανοιγόκλεινε αθόρυβα, παρότι δεν φυσούσε δυνατά. Ένα παλιό κουδούνι στην πόρτα, αυτό με τις καμπανούλες, κρεμιόταν εκεί όπως πάντα, μόνο που τώρα είχε στριφογυρίσει με τρόπο που έβγαζε ένα ελαφρύ, μεταλλικό τρίξιμο.
Ξαναμπήκα στο γραφείο να τελειώνω, και όπως άνοιξα το πάνω συρτάρι, κάτι με ανατρίχιασε – άκουσα ξεκάθαρα βήματα, αλλά ακανόνιστα, λες κι έσερνε κάποιος τα πόδια του στο πάτωμα της κουζίνας. Ξέρεις καμιά φορά, όταν πραγματικά κάτι δεν πηγαίνει καλά, πρώτα ησυχάζει το σώμα, μετά η καρδιά σου αλλάζει ρυθμό, και τότε αρχίζεις να αφουγκράζεσαι τα πάντα. Δεν σκέφτεσαι πια λογικά, στέκεσαι, αναπνέεις και μετράς τους χτύπους σου. Αυτό έκανα. Έκλεισα το φάκελο και κάθισα ήσυχα. Πάλι βήματα, τώρα πιο κοντά. Δεν ήξερα τι ήθελα να ακούσω: ζώο, εισβολέα, γέρο θείο – αλλά τίποτα δεν ακουγόταν σωστό.
Βγήκα αθόρυβα στο διάδρομο· τα βήματα σταμάτησαν ακαριαία. Η κουζίνα σκοτεινή, μόνο μια χαραμάδα φως από το παράθυρο. Άπλωσα το χέρι στον διακόπτη και το φως άναψε, στεγνό, κίτρινο, τόσο αδύναμο που νόμιζες ότι δεν έκανε διαφορά. Και τότε το είδα: δίπλα στην πόρτα της αυλής, στη ράχη μιας καρέκλας, ήταν ακουμπισμένη μια γυναικεία ζακέτα που, όσο θυμόμουν, δεν υπήρχε ποτέ σε αυτό το σπίτι. Μπλε σκούρα, στα μανίκια τρίχες και κάτι σαν λεκέδες. Την ακούμπησα – μουσκεμένη, σα να την είχαν αφήσει έξω στη βροχή και μετά την έφεραν εδώ.
Τότε ακούστηκε ένα χαμηλό στριγγό τρίξιμο από τη σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο. Στάθηκα. Ήταν ακριβώς ο ήχος των παλιών σκαλιών που κατεβαίνεις σιγά, κρατώντας την ανάσα σου. Δεν ήμουν άνθρωπος που φοβάται εύκολα, αλλά κάτι στην ιδέα ότι κάποιος ήταν κάτω με έκανε να μην ανασαίνω. Πήγα ως το επάνω μέρος της σκάλας και κοίταξα – σκοτάδι μαύρο, μυρωδιά βαρύτητας, κρύο που ανέβαινε ίσα στο πρόσωπο.
Πήρα θάρρος, κατέβηκα τρία σκαλοπάτια, προσπαθώντας να δω. Η πόρτα του υπογείου στις μισάνοιχτη. Δεν ακουγόταν τίποτα, μα ούτε και φαινόταν τίποτα – μόνο μια αποπνικτική σιγή, σαν κάτι να περίμενε να κάνω το επόμενο βήμα. Πριν αποφασίσω να κατέβω, ένιωσα πλάι μου ρεύμα αέρα, και μια ανεπαίσθητη σκιά γλίστρησε στο πλάι της πόρτας. Σύρθηκα πίσω. Δεν μπορούσα να πω τι είδα – ήταν κάτι μεταξύ προβολής και ανάμνησης, σχήμα αχνό, σαν να κοίταξα κατευθείαν σε προβληματισμένη μνήμη. Τα σκεπάσματα στους ώμους μου ανατρίχιασαν, και ένας ήχος σαν να βουτάει ύφασμα σε νερό ήρθε πίσω μου απ’ το σαλόνι.
Γύρισα απότομα· όλα φάνηκαν όπως πριν. Τότε, η πόρτα του υπογείου έκλεισε μόνη της—σίγουρα!—με έναν βαρύ, μπουχτισμένο ήχο, σαν να έπεσε κάτι παλιό κι αργό. Με το που έκλεισε, σταμάτησαν τα βήματα, σταμάτησαν όλα. Βγήκα ασθμαίνοντας, νομίζοντας πως ίσως να έκανα υπερβολές, ότι όλα ήταν απλώς το αποτέλεσμα της εγκατάλειψης, σπασμένα νεύρα και φόβοι.
Όμως, φεύγοντας από το σπίτι, καθώς περπατούσα πίσω στον σκοτεινό διάδρομο, πρόσεξα έναν μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο που ποτέ δεν θυμάμαι να υπήρχε. Στάθηκα, χωρίς να θέλω, να κοιτάξω το είδωλό μου. Πίσω μου – στο βάθος του διαδρόμου – για ένα μόνο δευτερόλεπτο είδα το χέρι μιας γυναίκας απλωμένο, μακρύ, να αγγίζει τον τοίχο, να με κοιτά διαγώνια, χωρίς πρόσωπο. Κι ύστερα τίποτα, μόνο η βουή του κενού και η μυρωδιά του υγρού ξύλου.
Βγήκα σχεδόν τρέχοντας, ούτε ξαναγύρισα ποτέ. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
