Τρομακτικές Ιστορίες – Το κουδούνισμα στην αυλή της πολυκατοικίας
Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο εκείνη η μέρα, θυμάμαι, αν και τώρα, σκέφτομαι συνεχώς τις πρώτες στιγμές λες και ήταν πρόλογος για ό,τι ακολούθησε. Ξύπνησα νωρίς, είχα δουλειά να τελειώσω, και σχεδόν όλο το πρωινό το πέρασα μπροστά στον υπολογιστή, με τον ήλιο επιτέλους να μπαίνει από τις γρίλιες μετά από τρεις μέρες βροχή. Όσο και να μου άρεσε αυτή η απλή ρουτίνα, παρατήρησα κάτι παράξενο: ένα κουδούνισμα, μακρινό, κάπου έξω από το παράθυρο, που επαναλαμβανόταν κάθε τριάντα-σαράντα λεπτά. Σαν παλιό ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο με κουδουνάκι, αλλά σε ώρες που κανένα παιδί δεν θα γυρνούσε στη γειτονιά.
Το αγνόησα. Αυτές οι μικρές παράξενες λεπτομέρειες υπάρχουν πάντα, ειδικά στην Αθήνα. Η πόλη είναι γεμάτη ήχους που δεν ξέρεις από πού έρχονται. Το απόγευμα, όμως, όταν έπεσε ο ήλιος και κάθισα να μαγειρέψω κάτι, παρατήρησα ότι το κουδούνισμα ερχόταν και πιο κοντά, πιο έντονο αυτή τη φορά. Βγήκα λίγο στο μπαλκόνι να δω, χωρίς αποτέλεσμα. Η πολυκατοικία μου κοιτάει σε μια παλιά αυλή, χορταριασμένη και παρατημένη, που την περνάς μόνο αν χάσεις κάτι εκεί κάτω ή αν θες να καπνίσεις μακριά από τα βλέμματα. Την απ’ έξω πολυκατοικία, μάλιστα, δεν την βλέπει πια άνθρωπος – όλο λείπουν ή είχαν φύγει για δουλειές στο εξωτερικό.
Εκείνο το βράδυ, γύρω στις έντεκα, το κουδούνισμα δεν ξανάκουσε. Αντί γι’ αυτό, έπεσε μούγγα – μια σιγή από αυτές που σε ζορίζουν, σαν να έχει μουδιάσει ο αέρας. Κατέβασα τα ρολά και συγκεντρώθηκα στην ταινία που έβλεπα, αν και δεν θυμάμαι καν ποια ήταν. Ξάπλωσα νωρίς, εξαντλημένος.
Ξύπνησα κάπου στις τρεις. Δεν ήταν εφιάλτης· ο ύπνος μου είχε κοπεί, σκέτο κενό. Αυτό που με κράτησε ξύπνιο ήταν ο απόλυτος, πηχτός βόμβος της σιωπής. Με τα χρόνια στην Αθήνα, συνηθίζεις να κοιμάσαι με φόντο κάποιον ήχο, ακόμα κι αν είναι ένα μακρινό σκούξιμο μοτοσυκλέτας ή ο εξαερισμός από τα φώτα της λεωφόρου. Εκείνη τη νύχτα, όμως, ήταν λες και κάποιος είχε μείνει να κρατάει την αναπνοή του μέσα στην ίδια την πολυκατοικία.
Σηκώθηκα να πιω νερό. Έπιασε το μάτι μου το ρολόι του φούρνου – μπλε ψηφία, κανονικά. Χωρίς να ανοίξω φώτα, πέρασα μέσα στο καθιστικό. Εκεί μου κόλλησε για κάποιον λόγο να κοιτάξω κάτω, στην αυλή, έστω μέσα από το τζάμι. Και τότε ένιωσα πως κάτι στράβωσε: η αυλή ήταν φωτισμένη αχνά, από εκείνο το φανάρι που συνήθως είναι καμένο. Τώρα, σαν κάποιος να το είχε αναβιώσει μόνο για απόψε, είχε ένα ψυχρό, σχεδόν άρρωστο φως.
Η αυλή φαινόταν ίδια όπως πάντα – παρατημένη, με το σκουριασμένο καρεκλάκι δίπλα στη βρύση και τα ξεσχισμένα σακούλια από τα διπλανά σούπερ μάρκετ παραπεταμένα παντού. Μόνο που – και να, εδώ είναι το πρώτο πραγματικά παράξενο – δίπλα στη βρύση, κάτι μικρό και απροσδιόριστο φαινόταν να στέκεται. Μέχρι να διαλυθεί η θαμπάδα των ματιών μου, νόμιζα πως ήταν γάτα ή σκυλί. Δεν κουνιόταν, κι αυτό ήταν λες και με τρυπούσε περισσότερο απ’ όλα. Γιατί ό,τι ζωντανό, ακόμα και φοβισμένο, κάτι θα έκανε – μια κίνηση, μια αναπνοή, μια σκιά. Αυτό δεν έμοιαζε να έχει πρόθεση να κουνηθεί ποτέ.
Έμεινα έτσι, να το κοιτάζω, προσπαθώντας να εστιάσω περαιτέρω. Δεν ξεχώριζα ούτε χρώμα, ούτε σχήμα ακριβές. Ήταν σαν μια μάζα, ασαφής, μια μαυρίλα όρθια. Κι εκεί, ξαφνικά, μες στην ησυχία, άρχισε να ακούγεται το κουδούνισμα. Όχι χαριτωμένο πια, αλλά κοφτό, τελεσίδικο, σαν καμπανάκι που σημαίνει τέλος – και ξεκάθαρα να προέρχεται από εκεί ακριβώς το συγκεκριμένο σημείο. Χτυπούσε, σταθερά, πέντε, έξι φορές. Και ταυτόχρονα, ένα ρεύμα παγωνιάς ανέβηκε στη ραχοκοκαλιά μου – όπως συμβαίνει όταν κοιτάς κάτι που δεν θέλει να το κοιτάς, κι ας μη σου κάνει τίποτα ακόμα. Καταλαβαίνεις, δεν χρειάζεται ούτε να σου μιλήσει, ούτε να σε πλησιάσει.
Το επόμενο λεπτό, τίποτα. Η φιγούρα δεν μετακινήθηκε, το φανάρι έμεινε ίδιο απόκοσμο. Άνοιξα λίγο το παράθυρο, αθόρυβα, από ένστικτο να ακούσω καλύτερα, κι εκείνη τη στιγμή το κουδούνακι σταμάτησε οριστικά, σαν κάποιος να κατάλαβε πως το πρόσεξα.
Έκλεισα το παράθυρο σχεδόν τρέμοντας. Κατευθύνθηκα στην κρεβατοκάμαρα και έμεινα κουκουλωμένος μέχρι να φέξει. Το φως της αυλής είχε σβήσει το πρωί, όπως πάντα. Κατέβηκα να δω, ίσως απλά να το είχε αφήσει κάποιος, ή να ήταν κάποιο αντικείμενο. Η αυλή άδεια, εκτός από το συνηθισμένο σκουπιδαριό. Ούτε ίχνος από κάτι ζωντανό, ή οτιδήποτε που να έβγαζε εκείνον τον ήχο. Το φανάρι και πάλι καμένο.
Από εκείνη τη νύχτα και μετά, το κουδούνισμα δεν το άκουσα ξανά – τουλάχιστον όχι με αυτό τον τρόπο. Μερικές φορές αργά το βράδυ, πάνω που όλα σωπαίνουν, μου φαίνεται πως κάτι τσιμπάει στα αυτιά μου, αχνό, κάτι που μοιάζει σαν κουδουνάκι. Τα φώτα της αυλής ποτέ δεν ανάβουν πια, εκτός από τη μία φορά που έμεινα άγρυπνος, κοιτάζοντας έξω για ένα σημάδι. Αλλά ακόμα και τώρα, όταν τύχει να περάσω από εκεί, δεν κοιτάω ποτέ προς τη βρύση. Αν τύχει και πέσει το φως περίεργα, δεν σταματάω ούτε στιγμή.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.
