Τρομακτικές Ιστορίες – Το εγκαταλειμμένο σπίτι στη Βάρη
Θα σου πω μια ιστορία που, αν δεν την είχα ζήσει ο ίδιος, μάλλον δε θα την πίστευα. Ξεκίνησε σαν μια τελείως συνηθισμένη μέρα – τέλη Νοεμβρίου ήταν, λίγο πριν πέσουν τα πρώτα πραγματικά κρύα. Είχα πάρει ρεπό απ’ τη δουλειά και είπα να πάω με το αυτοκίνητο στο παλιό μας οικογενειακό σπίτι, έξω απ’ τη Βάρη. Ήταν παρατημένο χρόνια, κάτι έγινε με τα κληρονομικά κι έμεινε να ρημάζει. Ήθελα, λέει, να μαζέψω παλιά βιβλία και δυο κασέλες με πράγματα της γιαγιάς, που όλο έλεγα ότι θα πάω και ποτέ δεν πήγαινα. Εκ των υστέρων, μετανιώνω που το έκανα.
Έφτασα καταμεσήμερο, λίγο μετά τις δύο. Κανένας άλλος δε φαινόταν στη γειτονιά – τα περισσότερα σπίτια κλειστά, όπως πάντα όταν τελειώνει το καλοκαίρι. Η αυλή ήτανε μισοπνιγμένη στα φυτά, μ’ ένα παλιό ποδήλατο αναποδογυρισμένο ανάμεσα σε μαιντανό και τσουκνίδα. Τα παράθυρα ήταν σκονισμένα, τα τζάμια θολά σχεδόν. Ξεκλείδωσα με λίγη δυσκολία – η κλειδαριά κόλλαγε, όπως παλιά – και μπήκα μέσα, σηκώνοντας σύννεφο σκόνης. Περίεργο, δεν μύριζε κλεισούρα. Είχε μια μυρωδιά σαν υγρό πανί, βαρύ, κι από κάτω μια άλλη πιο ξινή, που μπερδευόταν με τη μυρωδιά του παλιού ξύλου.
Έβαλα το κινητό μου στο τραπέζι κι άνοιξα το παράθυρο της κουζίνας να μπει λίγος αέρας. Άκουγα μόνο το θρόισμα πέρα στον δρόμο, κανένα αυτοκίνητο – μονάχα κάτι γάτες που φώναζαν στη γειτονιά. Ξεκίνησα να ψάχνω στα ντουλάπια, έβαλα κάτι παλιά φλιτζάνια σε μια σακούλα, έψαχνα να βρω πού είχε χώσει η γιαγιά τα γράμματά της. Ανοίγοντας το τελευταίο ντουλάπι, είδα κάτι που με σταμάτησε για λίγο: ένα μπουκάλι γυαλί μισογεμάτο με νερό – και μέσα, βυθισμένα, δυο κουμπιά σχολικής ποδιάς, γαλάζια. Κανείς δεν έβαζε κουμπιά σ’ ένα μπουκάλι με νερό. Το πήρα, το ακούμπησα στην άκρη του πάγκου, προσπάθησα να το βγάλω από το νου μου.
Κι άρχισαν τα παράξενα.
Έβαλα μουσική χαμηλά στο κινητό, αλλά ακουγόταν αλλόκοτα, λες και όλος ο ήχος ήταν θαμπός, λες και με χώριζε ένα τζάμι από τον υπόλοιπο κόσμο. Πήγα να ανοίξω κι άλλο παράθυρο, αλλά το φως έξω είχε θολώσει, ήταν σαν να είχε πέσει απρόσμενα απόγευμα. Κοίταξα πιο καλά το ρολόι – ήταν μόλις τρεις παρά κι όμως, η σκιά στη γωνία φαινόταν πυκνή, σα να ’φτανε βράδυ.
Όπως καθόμουν να ανασάνω λίγο, άκουσα δύο βήματα από το πάτωμα του πάνω ορόφου. Δεν ήταν κάτι βαρύ, πιο πολύ σαν περπάτημα μικρού παιδιού – και ξέρω ότι το δάπεδο πάνω τρίζει ακόμη κι αν περπατάει γάτα. Πάγωσα. Ήξερα ότι κανείς δεν είχε κλειδί, κι εγώ μόλις είχα ξεκλειδώσει την πόρτα. Άκουσα κι άλλα, αυτή τη φορά τρία βήματα. Κάθισα ακίνητος και προσπάθησα να δικαιολογήσω τον θόρυβο: ίσως οι γάτες, ή μήπως το ξύλο μάζευε το κρύο; Έπειτα, ησυχία.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι χαζός που φοβάμαι. Πήρα βαθιά ανάσα, τράβηξα την κασέλα με τα βιβλία μπροστά. Σπρώχνοντας το καπάκι, είδα πάνω του κάτι γραμμένο μ’ ένα μικρό κουτί με γαλάζιο μαρκαδόρο: «Όχι εδώ». Μάλλον απομεινάρι παιδικών παιχνιδιών, μουρμούρισα. Όσο έψαχνα, προσπαθούσα να μη δίνω σημασία στη σιωπή που, με κάθε δευτερόλεπτο, γινόταν πιο βαριά.
Και μετά, το πιο περίεργο… Ο ήχος από το κουτί της μουσικής στο κινητό κόπηκε απότομα, σα να έγινε βραχυκύκλωμα, ενώ η οθόνη παρέμεινε ανοιχτή. Όπως ακούμπησα το τηλέφωνο, είδα το είδωλό μου στη μαύρη οθόνη και, πίσω μου, μια σκιά να περνάει μπροστά απ’ την πόρτα της κουζίνας. Γύρισα απότομα – τίποτα. Μια ανάσα μόνο, λες και έπεσε ξαφνικό ρεύμα αέρα. Η τρίχα μου σηκώθηκε κατευθείαν.
Μάζεψα τις σακούλες, είπα να τα αφήσω όλα και να φύγω. Πέρασα από το χωλ, και είδα κάτω απ’ τη σκάλα κάτι που μου φάνηκε λάθος: το παλιό ρολόι τοίχου είχε ξεκρεμαστεί και ακουμπούσε το πάτωμα, το καντράν ανάποδα, δείχνοντας πάλι τρεις παρά – την ίδια ώρα κολλημένο. Άγγιξα το ρολόι άθελά μου, νιώθοντας τη μεταλλική του ψύχρα στο χέρι, κι εκείνη τη στιγμή, από τον επάνω όροφο ακούστηκε ξανά ο ίδιος ήχος. Αυτή τη φορά δεν ήταν απλά βήματα, ακουγόταν σαν κάτι να σέρνεται, να τρίβεται αργά πάνω στις σανίδες. Το σώμα μου πετρώνει κυριολεκτικά, αλλά μ’ έναν τρόπο άρρωστο, ήθελα να δω… Σήκωσα τα μάτια προς τη χτιστή σκάλα: μαύρη, σκοτεινή, κανένα φως – αλλά ήμουν σίγουρος πως κάτι περίμενε ακριβώς στη στροφή, εκεί που η γιαγιά πάντα έλεγε να μην παίζουμε.
Με κατάλαβε, το ένιωσα σαν σφίξιμο στο στήθος. Σκέφτηκα να βγω τρέχοντας, μα βγήκε μόνος του ένας ψίθυρος – χαμηλός, σαν κελάηδισμα που δεν έκανε στόμα ανθρώπου: έλεγε το όνομά μου κι έπειτα τη λέξη «έλα». Μια, δύο, τρεις φορές, όλο πιο απαλά.
Δεν περνούσε δεύτερη σκέψη απ’ το μυαλό μου. Βγήκα έξω πριν καλά καλά το καταλάβω, τα κλειδιά χτύπησαν στο χέρι μου κι η σακούλα με τα βιβλία γλίστρησε στον δρόμο. Σήκωσα τα μάτια στο παράθυρο του πάνω πάνω πατώματος και τότε είδα: τη σκιά – σίγουρα δεν ήταν άνθρωπος, δεν είχε σχήμα ακριβές, αλλά για μια στιγμή είχα την εντύπωση πως με κοίταζε από μέσα, με μια βουβαμάρα που μου πάγωσε το αίμα.
Έφυγα σαν κυνηγημένος. Ούτε πίσω κοίταξα, ούτε περίμενα να συνέλθω. Τα πράγματα εκεί έμειναν, κι ούτε κανέναν είπα τι συνέβη – μόνο έγραψα αυτή την ιστορία, να βγει από πάνω μου. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θάνος.
