Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το αόρατο κλειδί στο παλιό σπίτι του Ταύρου

Εκείνη τη μέρα όλα ήταν όπως πάντα. Γύρισα στο παλιό σπίτι στον Ταύρο νωρίς το απόγευμα, κατάκοπος από τη δουλειά. Ήταν Ιανουάριος, είχε μια ψύχρα που έμπαινε στα κόκαλα. Όμως το σπίτι ήταν ήσυχο, μυρωδιά από μαγειρεμένο κρέας και πορτοκαλόφλουδα ακουμπούσαν στον αέρα σαν παλιά ρούχα. Κάθισα στον καναπέ, έβγαλα τα παπούτσια μου και για κάποιο λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα, κοίταξα το ρολόι μου. Πέντε και είκοσι. Είχε πιάσει σούρουπο, μπλε σκοτεινό ριγωτό φως απ’ τα παντζούρια. Μέσα στη μύτη έπιανα εκείνο το παλιό, ξύλινο βαρύ άρωμα που έχουν τα σπίτια που δεν αερίζονται. Με το που κάθισα, το στομάχι μου σφίχτηκε — δεν ξέρω αν έφταιγε η μέρα ή κάτι άλλo.

Όλα απέξω ήταν όπως θα ‘πρεπε. Ήσυχα. Μόνο που, όσο περνούσαν τα λεπτά, άρχισα να πιάνω κάτι μικρές διαφορές που πρώτα νόμιζα πως ήταν του μυαλού μου. Η τηλεόραση άναβε, αλλά ο ήχος ακουγόταν λίγο πιο μουντός, σα να υπήρχε νερό ανάμεσα σε μένα και την οθόνη. Οι ήχοι του δρόμου έμοιαζαν μακρινοί, πιο πολύ από άλλες φορές. Το ρολόι στον τοίχο κινιόταν πιο αργά, τραβώντας τη βελόνα του σαν να κουβαλούσε βάρος. Το φως που έμπαινε απ’ το χολ δεν άλλαζε, έμενε εκεί, ίδιο, σαν σκηνοθετημένο.

Σηκώθηκα να φτιάξω καφέ και είδα τα κλειδιά μου στον πάγκο της κουζίνας. Τα κλειδιά μου είχαν δεμένα δυο μπρελόκ: ένα για το σπίτι και ένα μεταλλικό, στρογγυλό, παλιό από το μαγαζί του πατέρα μου. Μόνο που το στρογγυλό αυτό κλειδί δεν είχε λείψει ποτέ — αλλά εκείνο το απόγευμα, ήταν διάφανο, σαν να έβλεπα το μάρμαρο του πάγκου μέσα από αυτό. Τα χάιδεψα με τα δάχτυλα, νόμιζα πως κουράστηκα. Τα άφησα πάλι κάτω.

Λίγη ώρα μετά άκουσα έναν ήχο. Κάτι σα γέλιο, ψιθυριστό, από το βάθος του διαδρόμου — ίσα που φτάνει στ’ αυτί και νομίζεις ότι το φαντάστηκες. Το άκουσα μία, δυο φορές, κι ύστερα σταμάτησα να ανασαίνω. Πείσμωσα, άναψα όλα τα φώτα. Τίποτα. Μόνο εκείνη η παγωμένη, τεντωμένη ησυχία πάλι.

Πήγα στο μπάνιο να πλυθώ, να διώξω την ανατριχίλα που είχε κάτσει στη ραχοκοκαλιά. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Χαμήλωσα λίγο τα μάτια, και μου φάνηκε πως κάπου στο βάθος της αντανάκλασης, στο πίσω μέρος του μπάνιου, κάτι περνούσε. Σαν μια σκιά ψηλή, που κράταγε τα χέρια πολύ κοντά στο στήθος της, λες και κρύωνε. Γύρισα απότομα. Τίποτα πίσω, τίποτα μπροστά. Όμως στο τζάμι του καθρέφτη είχαν μείνει δυο θαμπές δαχτυλιές, σαν από παγωμένη ανάσα, δίπλα στ’ αυτί μου.

Βγήκα ξανά έξω και κάθισα χωρίς φώτα, μόνο με την μισή λάμπα απ’ το χολ και το φως της τηλεόρασης. Άκουγα κάτι σαν σαράκι μέσα στους τοίχους, ένα σύρσιμο, και την ψιλο-στέψη του αέρα στα παντζούρια. Ένιωθα σαν να υπήρχε ένα κενό πίσω από την πλάτη μου, εκεί που τέλειωνε ο τοίχος και άρχιζε το σκοτάδι του χολ. Μια στιγμή, ο ήχος έγινε καθαρός: κάτι περπατούσε αργά, σαν νύχια που ακουμπούν στα παλιά ξύλινα πατώματα· πρώτα τέσσερα βήματα, ύστερα σιωπή.

Σηκώθηκα πάλι, χωρίς να θέλω, πήγα κατά τον διάδρομο. Τα δωμάτια στο σκοτάδι είχαν πνιγηρή σιγή. Η πόρτα του πατρικού μου δωματίου, που πάντα έμενε μισάνοιχτη, ήταν ορθάνοιχτη, κι έβλεπα πως στο πάτωμα είχε πέσει ένα άσπρο πουκάμισο, κατάσαρκα διπλωμένο. Νόμιζα ότι τα είχα όλα διπλωμένα από το πρωί, πως το δωμάτιο αυτό ήταν κλειδωμένο. Το πήρα στα χέρια μου: το ύφασμα ήταν κρύο και βρεμένο, κι όταν το ανασήκωσα άκουσα κάτι παράξενο, μια φωνή σαν πνιγμένο φύσημα, πολύ βαθιά και χαμηλή, που έλεγε το όνομά μου. Το άφησα και το πουκάμισο έκανε έναν παράξενο ήχο, σα να βούλιαξε το πάτωμα κάτω απ’ τα πόδια μου.

Ένιωθα πια σαν κάποιος να με κοιτούσε, εκεί ακριβώς όπου δεν έβλεπα. Οι σκιές μετακινούνταν, χόρευαν αργά. Κάθε φορά που κοντοστεκόμουν, το σπίτι γέμιζε έναν μουρμουρητό, ήχους που δεν μπορώ να μεταφέρω, αλλά έμοιαζαν με φωνές που μιλούν πολύ μακριά, κάτω από νερό ή πίσω από βαρύ ύφασμα. Πήγα και στάθηκα στην εξώπορτα. Δεν μπορούσα να την ανοίξω. Έβαζα το κλειδί (σήκωσα το μεταλλικό, το διάφανο ψηφιδωτό μπρελόκ — πάλι διάφανο) και έγερνα να το βάλω στη κλειδαριά, αλλά δεν γύρναγε. Ήταν κρύο κι αόρατο στα χέρια, σα να πάλευα με τον αέρα.

Έμεινα έτσι για κάμποση ώρα, δεν ξέρω πόση. Από το χολ, μπροστά στα μάτια μου, άρχισε να μαζεύεται ένα σκοτάδι, όχι σαν του βραδιού, σαν μαύρη ομίχλη που κάθισε χαμηλά, ανέβαινε σαν κύμα. Μέσα στο σκοτάδι έβλεπα κάτι να κινείται: όχι άνθρωπος, όχι ζώο, μόνο μια κίνηση βουβή, λες και κάτι πίνει το φως. Δεν άκουγα πια ρολόι, δεν άκουγα τίποτα — μόνο την ανάσα μου, βαριά, και ένα ελαφρύ κράτημα στον λαιμό, σαν να με τράβαγε κάτι πίσω.

Τότε, τη στιγμή ακριβώς που τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν, το δυνατότερο που θυμάμαι ήταν πως υπήρχε πια κάποιος άλλος μέσα στο σπίτι. Μπορεί να περνούσε πίσω μου, μπορεί να έστεκε στα σκαλιά, μπορεί να ψιθύριζε το όνομά μου δυο βήματα μακριά. Δεν τον είδα ποτέ, δεν ξέρω τι ήθελε. Το μόνο που ξέρω είναι πως τα βράδια, κάθε φορά που γυρνάω το κλειδί στη πόρτα και με κυκλώνει η βουβή ησυχία, περιμένω ν’ ακούσω πάλι εκείνους τους ήχους. Και ακόμα, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.

You might also like