Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η φωνή πίσω από την πόρτα

Εκείνη την Παρασκευή γύρισα σπίτι πιο νωρίς απ’ το γραφείο, απ’ αυτές τις σπάνιες μέρες που νιώθεις μια κούραση αλλόκοτη, σα να ‘κανες κάτι βαρύ χωρίς να το καταλάβεις. Ήταν ακόμα φως, αρχές Δεκέμβρη, και το διαμέρισμα έμπαινε σε εκείνο το μεταίχμιο του απογεύματος που ο αέρας έχει ψύχρα κι η σκόνη φαίνεται να αιωρείται στα λοξά φώτα. Έφτιαξα έναν καφέ και κάθισα δίπλα στο παράθυρο, πίνοντας αφηρημένα κοιτώντας έξω: τ’ απέναντι μπαλκόνι με τις πετσέτες απλωμένες, η κυρα-Ρίτα που επότιζε τα λουλούδια της, δυο πιτσιρίκια που έπαιζαν κυνηγητό στο πεζοδρόμιο. Αυτά τα τυπικά.

Απ’ το σαλόνι ακουγόταν λίγο το ψυχρό τρίξιμο του ξύλινου πατώματος – νόμιζα ότι γλιστρούσε το παπούτσι μου και δεν έδωσα σημασία. Έβαλα ραδιόφωνο χαμηλά, για συντροφιά. Στο μεταξύ χάζευα κάτι mails δουλειάς στο κινητό, μέχρι που μ’ ενόχλησε μια περίεργη σκιά στον τοίχο δίπλα απ’ το ψυγείο. Ήταν νωρίς το απόγευμα, πάνω-κάτω τρεις. Ξέρω τι ακούγεται – σκέφτηκα πρώτα ότι είναι κάποιο παιχνίδι απ’ το φως ή κάποιο αντικείμενο στη λάθος θέση. Σηκώθηκα, πάτησα κοντά και είδα… τίποτα. Η σκιά είχε αλλάξει, είχε χαθεί κάπως.

Άφησα το θέμα, ξανακάθισα. Μεταξύ χαζομάρας και ραθυμίας, συνέχισα να ακούω ένα ελαφρύ θρόισμα, ένα ξύσιμο, σα χαρτί που σέρνεται αργά στο πάτωμα – σαν θόρυβος που δε βρίσκει λόγο το μυαλό να τον κατατάξει κάπου. Έκανα να το ψάξω, αλλά το αγνόησα πάλι.

Λίγες ώρες μετά, σουρουπώνει. Έχω μαγειρέψει μακαρόνια, έχω τηλεφωνήσει στη μάνα μου, όλα κανονικά. Αλλά εκεί, μηχανικά, άρχισα να πιάνω ότι κάτι δε στέκει. Η τηλεόραση πήζε στα σήριαλ, τα φώτα ήταν αναμμένα, αλλά μέσα στο σπίτι υπήρχε μια αίσθηση… ασύγκριτα βαριά. Ξαφνικά τρόμαξα με το ίδιο μου το είδωλο στο τζάμι. Για λίγο νόμισα πως υπήρχε και δεύτερη σκιά, τριγύρω απ’ το κεφάλι μου, σαν να με παρακολουθούσε κάπου από πίσω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι είναι απλώς η φαντασία μου.

Συνήθως δε φοβάμαι τ’ άδεια διαμερίσματα, έχω ζήσει καιρό μόνος, ξέρω όλους τους ήχους: το ψυγείο που αγκομαχάει, το νερό που τρέχει στον σωλήνα, το ρολό που τρίζει με τον άνεμο. Αυτό, όμως… δεν ήταν από αυτά. Είχε στην ατμόσφαιρα μια σιγανή πίεση, μια γεύση υγρασίας, σαν κάτι απ’ το υπόγειο να πλημμύριζε προς τα πάνω.

Βράδιασε καλά όταν το κατάλαβα. Στο μικρό χωλ, κάτι φαινόταν να ‘χει αλλάξει θέση. Κανονικά, οι ομπρέλες μου στέκουν δίπλα στην πόρτα, στηρίζουν η μία την άλλη. Το βλέμμα μου κόλλησε πάνω τους – ήταν σαν να λείπει μία. Όμως ποτέ δεν έλειψε ομπρέλα από κει. Έμεινα ώρα να κοιτάζω, σχεδόν να παγώνω: η άσπρη πλαστική είχε βγει μισό μέτρο πιο έξω, με το χερούλι της στραμμένο προς το εσωτερικό του σπιτιού.

Πρώτη φορά πέρασε απ’ το μυαλό μου να ψάξω στα ντουλάπια, σε όλα τα δωμάτια, δίχως λόγο, σα να ‘ξερα ότι κάτι έπρεπε να βρω. Όλα ήσυχα, αλλά το πάτωμα μ’ ακολουθούσε με εκείνες τις μικρές τριγμούς, φασαρία σχεδόν αναπνοής. Έκανα να τη βάλω πάλι στη θέση της, αλλά το χέρι μου πάγωσε στο χερούλι, ήταν σχεδόν βρεγμένο στην αφή του – ενώ δεν είχα βγει καν έξω από το πρωί.

Πέρασε η ώρα δίχως να το καταλάβω. Χαζεύοντας αμήχανα στο σαλόνι, ένιωσα έναν αέρα, παγωμένο. Οι κουρτίνες ίσα που φούσκωσαν, αλλά το παράθυρο ήταν κλειστό. Ο μόνος ήχος, ένα χαμηλό, διακεκομμένο χτύπημα, σαν στιλό να πέφτει αργά και να ξανασηκώνεται. Άρχισα να νιώθω πως δεν ήμουν μόνος. Κάθε που κάνω να γυρίσω, να κοιτάξω κάπου, ο χρόνος απλωνόταν σαν γλοιώδες πράγμα· μα οι χτύποι σταματούσαν. Όταν ξανακοίταζα, τίποτα.

Όταν έπεσε για τα καλά η ώρα, εκεί γύρω στις έντεκα, πήγα να κάνω ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσω. Άφησα το φως του διαδρόμου ανοιχτό, πράγμα που δεν συνηθίζω. Το νερό έτρεχε βιαστικά, θολώνοντας το καθρέφτη. Βγήκα με την πετσέτα, φρεσκοπλυμένος, αλλά πάλι κόλλησα σ’ αυτήν την αίσθηση πως το σπίτι είχε αλλάξει λίγο – ελάχιστα.

Και τότε, για μια στιγμή, ήταν σαν το αυτί μου να έπιασε έναν άλλον ήχο, από μακριά, σαν βήματα που βυθίζονται μέσα σε χαλί, βραδύ, τελετουργικά. Ολα τα φώτα μου φαίνονταν ξαφνικά σκοτεινότερα. Τότε είδα στη γωνία, δίπλα στην ανοιχτή κρεβατοκάμαρα, μια μικρή ίσκιος, σαν να είχε πάρει λίγη υφή, λίγο ύψος — τόσο, όσο να νομίζεις ότι μπορεί να ‘ναι απλώς η στοίβα με τις κουβέρτες.

Δεν πλησίασα. Έμεινα στήλη άλατος, κρατώντας τα μάτια καρφωμένα εκεί, σίγουρος ότι πίσω απ’ το τζάμι της μπαλκονόπορτας κάτι θα φανεί. Τίποτα. Μα ο αέρας απότομα έγινε βαρύς, το στήθος μου ζύγιζε διπλό. Κι όπως κοντοστάθηκα στο κατώφλι, νόμισα—όχι, άκουσα καθαρά—μέσα στην ησυχία, να λέει μια φωνή, διστακτική, πίσω απ’ την πόρτα του μπάνιου:
«Εδώ… είσαι;»

Έκοψα την ανάσα μου πισωπατώντας, μα η φωνή, ψιθυριστή και τραβηγμένη, επανέλαβε:
«Εδώ… είσαι;»

Τότε έσβησε το φως του διαδρόμου, πυροβολητό σχεδόν κρότου. Έμεινα τελείως στο σκοτάδι. Δε θυμάμαι αν μου έπεσε η πετσέτα ή τα κλειδιά· το μόνο που άκουγα ήταν τη φωνή να πηγαίνει σιγά-σιγά πιο μακριά, αλλά πάντα από το ίδιο σημείο, σα να σβήνει αργά σε μια χαραμάδα πίσω απ’ το τοίχο.

Το υπόλοιπο βράδυ το πέρασα ξάγρυπνος, με ένα φωτάκι στο χέρι, καρφωμένος στο καθιστικό ώσπου ξημέρωσε. Για εβδομάδες, όταν έμπαινα σπίτι, βρήκα πράγματα ελάχιστα αλλιώς: μισάνοιχτες πόρτες, μικρές στάμπες υγρασίας εκεί που δεν ήταν χθες, σκιές να κινούνται ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα από το βλέμμα μου.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.

You might also like