Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η νύχτα που ο δρόμος για τη Χαλκίδα άλλαξε

Δεν ξέρω αν έχεις ποτέ τύχει να χαθείς με το αυτοκίνητο νύχτα, σε δρόμους που — κανονικά — ξέρεις με κλειστά μάτια, αλλά το μικρότερο λάθος μπορεί να σε πετάξει σε μια πραγματικότητα λίγο πιο δίπλα από την πραγματική. Αυτό συνέβη σε εμένα, μια νύχτα του Μάρτη, όταν γύρισα με αμάξι από το εξοχικό ενός φίλου ψηλά στην Εύβοια.

Είχα περάσει ήσυχο απογευματάκι, κουβέντα, καφέ, τυρόπιτα της κυρίας Κικής, αυτά τα απλά που ξέρουν να γεμίζουν τις σιωπές μεταξύ φίλων. Καθώς άρχισε να νυχτώνει, μάζεψα τα πράγματά μου, χαιρέτησα, μπήκα στο αμάξι και άρχισα να κατεβαίνω το γνωστό δρόμο για την Χαλκίδα. Έξω είχε ψύχρα — όχι παγωνιά, όμως έτριζαν τα λάστιχα στη στροφή, κι ας μην το πάταγα.

Το περίεργο ξεκίνησε αθόρυβα. Το ραδιόφωνο έπιανε μόνο παράσιτα, ενώ λίγο νωρίτερα έπαιζε έναν παλιό Ζαμπέτα τιμιότατα. Το προσπέρασα — βουνό είναι, πιάνει το σήμα όπου θέλει. Προχώρησα λοιπόν, κι άρχισα να παρατηρώ κάτι αλλόκοτα: Στα δεξιά, στο ξέφωτο, τα φώτα του αυτοκινήτου φώτισαν για μια στιγμή κάτι σαν μάντρα πέτρινη που εγώ δε θυμόμουν να υπάρχει παλιότερα. Ένα παλιό, χαμηλό χτίσμα, παραμελημένο, ούτε σκεπή, μισοφαγωμένο από τη λήθη. Κι όμως, μένει κάπως παράταιρο στο βλέμμα, σαν να μην ξέρεις αν το κουνάς εσύ το κεφάλι ή παίζει κάποιο παιχνίδι ο αέρας.

Λίγο πιο πέρα, η ομίχλη ξαφνικά πύκνωσε ασυνήθιστα, έτσι απότομα, από τη μια στροφή στην άλλη. Έκοψα ρυθμό σχεδόν ασυναίσθητα. Φαινόταν ότι κάθε ήχος κοβόταν στη μέση, σαν κάποιος να έκλεινε ένα διακόπτη. Ακόμα και η μηχανή ακουγόταν βραχνή, σαν βελόνα πικάπ σε παλιό βινύλιο. Δεν είχα πια σήμα ούτε στο κινητό.

Εκείνη τη στιγμή άρχισα να προσέχω κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω ακριβώς: Πέρασα μπροστά από μια μεγάλη αγριοκερασιά, την ίδια που πάντα — χρόνια τώρα — τη λοξοκοιτούσα γιατί τα κλαδιά της λες κι έγερναν επίτηδες κατά τον δρόμο. Εκείνη όμως φάνηκε ψηλότερη, πιο φαρδιά, σα να κυριαρχούσε στον χώρο, σαν να περίμενε κάτι. Τα φώτα της μεγάλης σκάλας χτύπησαν για δευτερόλεπτα το κορμί της, κι αντί να προχωρήσω, ξαφνικά μου φάνηκε ότι οδηγούσα ξανά μπροστά της. Σαν να γύρισα μια στροφή, μα να βγήκα πίσω από την ίδια αγριοκερασιά. Ξανακοίταξα τα ρολόγια, τον καθρέφτη, τον δρόμο. Σκέφτηκα μήπως πήρα λάθος διασταύρωση, αν και μυαλό δεν είχα και τόσο χαμένο.

Έβαλα ράδιο πάλι. Μια φωνή γυναικεία, πολύ σιγανή, σχεδόν ψιθυριστή, μίλησε για ένα δευτερόλεπτο μέσα στη σκόνη. Δεν ξεχώρισα τι είπε. Θυμάμαι μόνο το χρώμα της — όπως όταν ακούς τη φωνή σου κάτω από το νερό.

Εκεί, στην επόμενη στροφή, χωρίς να το συνειδητοποιήσω αμέσως, είχα πέσει την ταχύτητα πάρα πολύ, και κάποια στιγμή είδα στα αριστερά το χωράφι της θείας Λένας — αυτό πάντα με μια βάρκα πεταμένη μέσα, ψηλοξεραμένη, κεκλιμένη προς το πλάι. Απόψε, εκείνο το βράδυ, η βάρκα ήταν αναποδογυρισμένη, με μια δέσμη φως από το φεγγάρι — τουλάχιστον έτσι νόμισα — να φωτίζει μόνο το πίσω μέρος. Και… δίπλα ορθωνόταν μια φιγούρα, σκούρα, λεπτή, με ένα καπέλο — όχι ακριβώς, πιο πολύ σαν κάτι που κρέμεται στο κεφάλι, σαν μαντήλι. Δεν κουνιόταν· απλά κοίταζε το αυτοκίνητό μου, όσο πλησίαζα σιγά, με ταχύτητα σχεδόν σταματημένο περπάτημα.

Δεν ξέρω γιατί — μάλλον από πείσμα, ή ίσως από εκείνη την αίσθηση ότι «αν δεν κοιτάξεις, δεν υπάρχει» — γύρισα επίτηδες το κεφάλι μου αλλού, στενεύοντας τον διάδρομο του βλέμματος, προσπαθώντας να εστιάσω ξανά στον δρόμο. Μια σταγόνα ιδρώτας κύλησε πίσω στο αυτί. Είχα αρχίσει να ακούω έναν περίεργο, μεταλλικό ήχο, σαν σίδερο που ξύνεται απαλά στο τσιμέντο, σε απόσταση, κάθε τόσο, άρρυθμα. Μπορεί να ήταν ο ήχος από κάτω ο δρόμος, ή και όχι.

Πια αισθανόμουν ότι δεν πορεύομαι απλά στη διαδρομή για το σπίτι. Ούτε ο χρόνος, ούτε τα χιλιόμετρα είχανε νόημα. Στην επόμενη στροφή, ο δρόμος, αντί να ανοίγει προς το χωριό, συνέχιζε σε άλλο δάσος, πιο σκοτεινό, γεμάτο μαύρα, κολλημένα δέντρα. Τα φώτα του αυτοκινήτου σβήσαν για μισό δευτερόλεπτο. Δεν θυμάμαι να άκουσα τον ήχο της ασφάλειας. Απλώς βούλιαξα σε ένα πυκνό, βαθύ σκοτάδι — πασίγνωρο σε όλους μας. Εκείνο που πιάνει όλη την καμπίνα του αυτοκινήτου και κάνει τα πάντα έξω να μοιάζουν μακρινά, ξένα, καθώς αρχίζεις να σκέφτεσαι ακόμη και τα χέρια σου πάνω στο τιμόνι αν σου ανήκουν ακόμα.

Δοκίμασα τα αλάρμ και ξαφνικά το ταμπλό ξύπνησε. Τα φώτα επανήλθαν. Μπροστά, ο δρόμος υπήρχε — μα όχι ίδιος. Ένα παλιό καλντερίμι, σκοτεινό, χωρίς συρματόπλεγμα στα πλάγια, με χαμηλή πέτρινη μάντρα και κάτι σκιές κολλημένες στις ελιές, τόσο παλιές όσο και η ίδια η πέτρα.

Έκοψα εντελώς ταχύτητα κι ένιωθα ότι αν σταματούσα τελείως, κάτι — που δεν έβλεπα με μάτι, μόνο αισθανόμουν με τα δόντια — θα πλησίαζε. Το μεταλλικό ξύσιμο είχε πλησιάσει πολύ. Το μυαλό μου, αντί να τρομάξει, πάγωνε από μια αργή, παλιά λύπη. Ένιωσα κάτι σαν ύπαρξη να διασταυρώνεται πίσω από το αυτοκίνητο, εκεί που ο καθρέφτης γυρνάει στη σκιά. Δεν τόλμησα να κοιτάξω. Ποτέ δεν έμαθα αν με ακολουθούσε ή αν απλά βρισκόταν ήδη εκεί.

Άναψα ένα τσιγάρο με τα χέρια να τρέμουν. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι απλώς πάτησα το γκάζι, αδιαφορώντας αν θα πετάξω το αμάξι στα χαλίκια. Και, κάπως, ο δρόμος ξανάγινε όπως πριν, οι θόρυβοι επέστρεψαν στην κανονικότητά τους, τα σπίτια του χωριού φάνηκαν μπροστά μου με το φως της πλατείας.

Σταμάτησα στο πρώτο καφενείο και κάθισα κάτω από τον γλόμπο, να σταματήσω το τρέμουλο.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντρέας.

You might also like