Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η ντουλάπα στο χωλ της Δάφνης

Δεν έγινε τίποτα σπουδαίο εκείνη τη μέρα. Ξύπνησα λίγο μετά τις οκτώ, έκανα τρεις γύρους τη γειτονιά με το σκύλο και μάζεψα τον καφέ από το περίπτερο στη γωνία. Καλό καιρό είχε, λιακάδα με ελαφρύ βοριαδάκι. Θυμάμαι πως είχαν μείνει δυο πιάτα άπλυτα από το βράδυ στο νεροχύτη· βρήκα κάτι παγάκια από χαλασμένη παγοθήκη στο ψυγείο και τα πέταξα στα σκουπίδια, στεγνώνουν πάντα ένα περίεργο γλυκερό υγρό στον πάτο. Μπήκα να κάνω ντους.

Εγώ μένω μόνος σε παλιό διαμέρισμα, στον δεύτερο, στη Δάφνη. Στην οικοδομή οι τοίχοι είναι λεπτοί, συχνά ακούγεται το καζανάκι του πάνω, το πάτωμα να τρίζει δεξιά όταν περπατάει η κυρία Έφη, ώσπου στο σπίτι απλώνεται πάντα εκείνη η αίσθηση πως δεν είσαι κι εντελώς μόνος σου. Όμως εκείνο το πρωί —και δεν το λέω για να το κάνω ιστορία— ήταν απίστευτα ήσυχα. Μόνο το βουητό του ψυγείου και κάτι αόριστοι ήχοι από τον δρόμο.

Συνήθως, όταν γεμίζω την κούπα στο νιπτήρα, τσακίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Εκείνη τη μέρα, ένιωθα σαν να με παρακολούθησα ξαφνικά εγώ ο ίδιος απέξω. Σαν να μην κολλούσε αυτή η σιωπή, να περίμενα να γίνει κάτι αλλά να μην γίνεται. Μέχρι που τυλίχτηκα με την πετσέτα και πήγα προς το χωλ για να αφήσω το τηλέφωνο σε φόρτιση. Τότε είδα: Η πόρτα της ντουλάπας της εισόδου ήταν ανοιχτή. Δεν θυμάμαι να την άφησα ανοιχτή. Νόμιζα ότι χτες την έκλεισα καλά, γιατί είχε τύχει να ξεχειλώσει το δέρμα της παλιάς μου τσάντας και μπλοκάρει λίγο η πόρτα, αλλά… την έκλεισα.

Η ντουλάπα αυτή τρίζει παράξενα, ειδικά με υγρασία· ξέρεις, αυτά τα έπιπλα που παλιά τα αγοράζαν οικογένειες για «να κρατήσουν». Μέσα έχει ομπρέλες — κανείς δεν τις ανοίγει — ξεχασμένα μπουφάν, μια σακούλα με παπούτσια που για κάποιο λόγο δεν ήθελα να πετάξω. Μα τίποτα από όλα αυτά δεν εξηγούσε γιατί ήταν ανοιχτή. Διότι έτσι όπως μισάνοιξε, η σκιά ήταν αλλιώτικη. Στεκόμουν απέναντί της, ένιωθα κρύο αέρα —πρώτη φορά το ένιωσα αυτό, τόσο διακριτό— να μου φέρνει μια μυρωδιά σαν πλαστικό ξεραμένο ή παλιό νερό μέσα σε σωλήνα.

Την έκλεισα, ή τουλάχιστον προσπάθησα να την κλείσω, άκουσα το «κλακ» κλασικά, και πήγα προς την κουζίνα. Δεν είχα όμως ησυχία στο νου μου. Βάλε τώρα το νερό να βράσει για δεύτερο καφέ —κι ας μην τον ήπια τελικά. Μπήκα στο σαλόνι, άνοιξα τα παράθυρα να αερίσω, και, ούτε δέκα λεπτά μετά, πάλι έξω από το χωλ στέκομαι και η ντουλάπα ανοιχτή. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν κατά φαντασίαν ή αν κάτι μου διέφευγε, αλλά μια ψύχρα είχε απλωθεί ήδη στο χώρο. Έριξα μια ματιά να βεβαιωθώ ότι μέσα δεν είχε τίποτα παράξενο —έπιασα τα παπούτσια, τη σακούλα, τα παλιά ρούχα— όλα όπως τα ήξερα.

Άρχισα να ψάχνω το διαμέρισμα — όλο κι όλο εννιά βήματα από το ένα παράθυρο στο άλλο.

Τα παράθυρα κλειστά, η πόρτα της εισόδου ασφαλισμένη, κανένας ήχος απ’ έξω ανησυχητικός, κανένα άλλο ίχνος πως κάποιιος μπήκε ή βγήκε. Γυρνώντας προς το χωλ, με άγγιξε πάλι εκείνη η αίσθηση πως κάτι υπάρχει μαζί μου. Όχι άνθρωπος, όχι ζώο. Δεν περιγράφεται εύκολα. Σαν να περνάς να αγγίξεις ένα τοίχο που βλέπεις καθημερινά, και να τον νιώθεις κάποια στιγμή ψυχρότερο, πιο βαρύ, πιο ξένο.

Η ντουλάπα, για τρίτη φορά πια σε μισή ώρα, είχε ξανανιώσει ανοιχτή. Αυτή τη φορά δεν μπήκα καν στον κόπο να ελέγξω. Στεκόμουν απέναντι, ήρεμος απέξω μα το σώμα μου σφιγμένο κατάσαρκα. Στο χαμηλό φως από το παράθυρο του διαδρόμου αντανακλούσε το πλάι της πόρτας. Κάτι φευγαλέο σαν να κινήθηκε μέσα. Θα το έλεγες σκιά. Αλλά ήμουν εγώ που μόλις γύρισα το κεφάλι; Μήπως παιχνίδι του φωτός; Ακόμα κι έτσι σκέφτηκα: Παράξενο πώς στέκεται το φως στην άκρη, σαν να μην μπαίνει καλά μέσα.

Με τσάκισε κάτι, σαν να κοίταξα πολλή ώρα μια χαραμάδα, οπότε μάζεψα κουράγιο και έκλεισα ξανά την πόρτα. Κατέβασα τα μπουφάν λίγο να βεβαιωθώ ότι είναι όλα μέσα— η επιβεβαίωση μιας καθημερινότητας λες και μπορεί να διώξει το παράλογο. Έκλεισα κινητό, βάλθηκα να πλύνω πιάτα.

Μα όσο τριβέλιζα το μυαλό μου ήχους και ψιθύρους, τόσο άδειαζε και η μέρα. Είχε πια πάει μεσημέρι όταν έπιασα το εαυτό μου να ακούει ανάμεσα στο βουητό του δρόμου κάτι άλλο. Πολύ χαμηλά, φθαρμένο, σαν να σέρνει κανείς κάτι βαρύ στο πάτωμα. Το σπίτι κουδούνισε με κάποιον ανεπαίσθητο ήχο —ένας μεταλλικός χτύπος— κι αμέσως μετά, ξανά, αυτή η αίσθηση ότι το φως δεν γεμίζει το χωλ όπως πριν.

Προσπάθησα να συνεχίσω τη μέρα όπως ήρθε. Μάζεψα ρούχα από το μπαλκόνι, ξεφύλλισα την εφημερίδα του Σαββάτου που είχα αφήσει πάνω στο τραπέζι απ’ την προηγούμενη, πήρα να γράφω κάτι στη δουλειά. Όποτε όμως πλησίαζα στην είσοδο, κάθε φορά, εκείνη η αναμονή. Μια σιγή, μια ανάσα που δεν ήταν δικιά μου, σαν η ντουλάπα να στέκεται λίγο πιο ανοιχτή όσο περνάει η ώρα. Μια παρουσία που τραβούσε το βλέμμα μου∙ ή το αυτί μου∙ δεν ξέρω. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω.

Ως το βράδυ, το διαμέρισμα είχε γεμίσει έναν βαρύ, λεπρό ηλεκτρικό ήχο. Καθώς έπεφτε το φως, η σιγουριά μου έσπαγε. Ήπια μια μπίρα απ’ το ψυγείο, πήρα το σκύλο για νυχτερινή βόλτα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Όταν γύρισα, η ντουλάπα ήταν πάλι ανοιχτή, αυτή τη φορά ορθάνοιχτη (λίγο παραπάνω από όσο άνοιγε συνήθως). Το σκούρο εσωτερικό, ορθία, έμοιαζε να με κοιτάζει.

Δεν πείραξα τίποτα. Έφαγα ένα μανταρίνι, έκανα μισή ώρα να κοιμηθώ, και όλη τη νύχτα άκουγα αυτό το πνιχτό, αργό τρίξιμο από το χωλ. Κάθε φορά που άνοιγα τα μάτια, η σκιά απ’ τα φώτα του δρόμου φαινόταν σαν να αλλάζει στο κατώφλι της ντουλάπας. Και το χειρότερο; Σαν από τότε να χω κάτι αφύσικο στο περιθώριο του σπιτιού. Όχι φαντάσματα, όχι ήχοι δυνατοί. Μόνο εκείνη τη σιγή, να την αναμένεις — και να ξέρεις ότι κάπου υπάρχει ένα βλέμμα, αόρατο, που δεν το έχεις δει ποτέ, μα το νιώθεις να σε κοιτάζει όσο αγγίζεις κλειδιά, ποτήρια, ή τις σκιές της νύχτας.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.

You might also like