Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η μέρα που δεν ξημέρωσε ποτέ

Δεν νομίζω να ξημέρωνε ποτέ εκείνη τη μέρα – τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Ξύπνησα λίγο πριν τις έξι. Η Μαριάννα είχε φύγει από τις έξι παρά τέταρτο, για πρωινή βάρδια στο φούρνο, και το σπίτι ήταν βουβό, μόνο ο μικρός λέβητας έκανε το μονότονο «τακ, τακ» από κάτω. Ο δρόμος σιωπηλός, ούτε καν πουλί δεν άκουγα.

Συνήθως φτιάχνω τηγανίτα τα σαββατοκύριακα, αλλά εκείνο το πρωί έφαγα μια ξερή φρυγανιά με μαρμελάδα και άκουγα το νερό που βράζει στο μπρίκι. Κοίταξα προς την αυλή – φαινόταν τόσο σκοτεινά ακόμα, σαν να είχε δύσει μόλις ο ήλιος κι ας είχαν περάσει ώρες. Ξαφνιάστηκα λίγο, μα είπα «θα είναι σύννεφα ή ομίχλη». Παρ’ όλα αυτά, εκείνη η μουντάδα, ανακατεμένη μ’ ένα αλλόκοτο κόκκινο χρώμα στον ουρανό – σαν να είχαν πάρει όλα μια απόχρωση πηλού. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.

Ενδιάμεσα, έστησα το αυτί μου. Από μακριά, μια καμπάνα χτύπαγε έναν ήχο – όχι σαν της εκκλησίας, πιο βαθύ, λες και βρισκόταν κάτω απ’ το χώμα. Βιαστικά το έδιωξα απ’ το μυαλό μου. Ήπια τον καφέ και πήγα στον καθρέφτη. Τα μάτια μου φαινόντουσαν μέσα σα σκιά, παρόλο που είχα ανάψει το φως του μπάνιου.

Κάτι δεν πήγαινε καλά, αυτό το κατάλαβα νωρίς, όμως ήμουν αποφασισμένος να μην το δείξω στον εαυτό μου. Έκανα ό,τι και κάθε μέρα: έβαλα πλυντήριο, πήρα τα σκουπίδια και βγήκα στην αυλή. Εκεί, πρόσεξα το χώμα – φαινόταν φρεσκοσκαμμένο, εκεί ακριβώς που ήξερα πως χθες είχα φυτέψει κάτι βασιλικούς. Γονάτισα να δω καλύτερα: Κάποιος είχε αφαιρέσει προσεκτικά το φυτό. Δεν υπήρχε τρύπα, ούτε ρίζες, απλώς χώμα, τελείως ίσιο, σχεδόν σβησμένο.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και γύρισα μέσα. Ο ήχος από την καμπάνα συνεχιζόταν, τώρα πιο δυνατός, πιο κοντινός. Μπήκα στο σαλόνι. Το ρολόι τοίχου είχε σταματήσει στις 6:04. Εκείνα τα ρολόγια, τα παλιά, ξέρεις, που τα τραβάς πίσω κάθε λίγο. Σκέφτηκα να το κουρδίσω, αλλά το άφησα, δεν είχα όρεξη.

Ξεκίνησα να κάνω δουλειές, να βάλω μουσική – μα μόλις πάτησα το κουμπί, τα ηχεία βγάλαν ένα τρίξιμο, σαν ψίθυρο, ύστερα βουβαμάρα, σαν να ξεκόπηκε ο ήχος και βυθίστηκε σ’ ένα πηγάδι.

Ήθελα να φύγω από το σπίτι, να τρέξω κάπου, αλλά ούτε καν ήξερα πού. Και τότε, χτύπησε το τηλέφωνο – το σταθερό. Το σήκωσα και άκουσα μια φωνή οικεία, ή σχεδόν οικεία. Έλεγε το όνομά μου με τρόπο περίεργο, παραμορφωμένο, λες και το στόμα κάποιου γεμάτο με σάλιο ή μπάζα. Το ξανάπε, πιο χλωμό, κι ύστερα τίποτα. Αργότερα, το είπα στη Μαριάννα, και δεν υπήρχε καμία αναπάντητη.

Πήρα μπουφάν και βγήκα. Ο δρόμος βουβός – ούτε γάβγισμα, ούτε άνθρωπος, μόνο τα πόδια μου στο τσιμέντο. Κοίταξα τα παράθυρα των άλλων σπιτιών – όλα κλειστά, με τις κουρτίνες βαριές, σα να ‘χε κοιμηθεί όλο το χωριό. Μόνο μια σκιά, σε εκείνο το σπίτι της άκρης – η παλιά Σταματίνα, που καθόταν πάντα στο παράθυρο, αλλά σήμερα ήταν πολύ ακίνητη. Ένα χέρι σαν να σάλεψε, αλλά μόλις κοίταξα καλύτερα, τίποτα.

Κάνω μερικά βήματα πιο κάτω – φτάνω στη γωνία με τη στάση. Εκεί είναι που το βλέπω: στη σκιά του δέντρου, κάτω από την πικροδάφνη, κάποιος καθόταν σκυφτός. Μισογυρμένος προς τα μέσα, τα μαλλιά του έπεφταν μπροστά έτσι που δεν ξεχώριζα πρόσωπο – μόνο το πως τα χέρια του είχε βάλει ανάμεσα στα γόνατα, και οι παλάμες ήταν εντελώς, μα εντελώς άσπρες. Ήθελα να φωνάξω, αλλά οι λέξεις βγήκαν σαν ψίθυρος, αδύναμες.

Πέρασα γρήγορα από απέναντι, και τον άκουσα να μουρμουράει κάτι, κάτι ανεπαίσθητο, μισό σε λόγια μισό σαν φύσημα. Δεν γύρισα να κοιτάξω. Οι γείτονες, ακόμα τίποτα. Μόνο σκιές πίσω απ’ τα τζάμια.

Πάω να επιστρέψω σπίτι, να κρυφτώ. Ανεβαίνω τα σκαλιά, κρατάω την ανάσα μου. Εκεί, στο κατώφλι, βρίσκω τα παπούτσια μου – αλλά μέσα γεμάτα χώμα, χώμα βρεγμένο. Αγγίζω το χώμα και νιώθω κάτι να σαλεύει κάτω απ’ τα δάχτυλα.

Μπαίνω μέσα, και τότε όλα, ξαφνικά, σκοτεινιάζουν. Η πόρτα σφαλίζει μόνη της, και το ρολόι του τοίχου ξαναρχίζει – μα τώρα πάει προς τα πίσω, τικ-τακ, τικ-τακ, κι η αίσθηση πως κάποιος ή κάτι ανεβαίνει ήσυχα τη σκάλα.

Κρύβομαι πίσω από την πόρτα του μπάνιου. Σιωπή, τόσο πολλή που νιώθεις πως πονάει στ’ αυτιά. Κάτι σέρνεται έξω – βαριά, αργά, σαν ρούχο βρεγμένο που σέρνεται σε πλακάκι. Και τότε, σταματάει. Και ησυχία.

Αφήνω δειλά το κεφάλι και βλέπω – κάτω απ’ την πόρτα κρύβεται μια μαυρίλα, όχι σκιά, μα βουβή μαυρίλα, που δεν λυγίζει στο φως. Τα πόδια μου παγωμένα. Περιμένω, κρατώντας τη μύτη μου μήπως δε με βρει.

Μετά, πέρασε ώρα – ή δευτερόλεπτα, ποιος ξέρει. Όταν βγήκα, όλα ήταν στην θέση τους. Το ρολόι είχε ξανασταματήσει στις 6:04, ο ουρανός όμως είχε κοκκινίσει ακόμα περισσότερο.

Εκείνη τη μέρα δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό. Η Μαριάννα γύρισε αργά, όλα μύριζαν χώμα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μου την έστειλε ο Κυριάκος.

You might also like