Τρομακτικές Ιστορίες – Η αποθήκη στην Κηφισιά
Ήταν μία από εκείνες τις Κυριακές που ξυπνάς χωρίς ξυπνητήρι, με το φως να γλιστράει σαν λεπτό ύφασμα από τις γρίλιες. Ο Μάης είχε μπει, Κηφισιά, δέντρα πράσινα και δροσερό πρωί. Είχα όλο το σπίτι για μένα – οι γονείς είχαν φύγει για το χωριό από την Παρασκευή, μόνο για ένα διήμερο, λέει, μα με άφησαν πίσω λόγω δουλειάς. Καφές, εφημερίδα, ο σκύλος μου ο Φοίβος στους πρόποδες του καναπέ. Πήγα να ανοίξω την πόρτα αργά, όσο το σπίτι ακόμα μύριζε παλιό ξύλο και νωχελικότητα.
Όλα ήταν στη θέση τους, εκτός από ένα πράγμα που παρατήρησα όταν πήγα να πάρω το γάλα απ’ το ψυγείο: η πόρτα της αποθήκης στην πίσω αυλή έμοιαζε να μην έχει κλείσει καλά. Αυτή είναι πάντα κλειστή, με βαριά ξύλινη κλειδαριά και σκουριασμένο λουκέτο. Δεν το σκέφτηκα πολύ, σκέφτηκα μόνο μήπως φταίει ο αέρας χτες βράδυ—ξέρεις, αυτής της εποχής το αεράκι που σηκώνει αυλές, πετάει μανταλάκια και χαρτοπετσέτες.
Βγήκα ξυπόλυτος στις πλάκες της αυλής, ο Φοίβος πίσω μου. Προχώρησα ως εκεί, έκλεισα ελαφριά την πόρτα, και χρειάστηκε να σπρώξω λίγο, ήταν λες κι έβρισκε κάτι από μέσα, όχι τίποτα δυνατό, απλώς μια αντίσταση, σαν να είχε φουσκώσει το ξύλο. Έβαλα το λουκέτο, και γύρισα να μπω—τότε ήταν που είδα τις λάσπες. Σημάδια από παπούτσια, μέσα στην αποθήκη, φρέσκια λάσπη, όχι δική μου – τις είχε κάνει κάποιος άλλος. Κοντοστάθηκα, κοίταξα γύρω από τον μαντρότοιχο, τίποτα. Δεν άκουσα τίποτα, δεν κουνιόταν φύλλο, μόνο ένα ψιλό τζιτζίκι σε πρόωρη υπερένταση.
Το άφησα, σκέφτηκα, κάποιος μπορεί να μπήκε στη μικρή αυλή το βράδυ, πειραχτήριδες έφηβοι ίσως, κάποιο αδέσποτο, δεν ήταν πρωτόγνωρο. Έριξα ένα γρήγορο νερό να φύγουν τα σημάδια και ξαναμπήκα στο σαλόνι. Όλη μέρα πήγαινε ήσυχα, ώσπου το απόγευμα, λίγο μετά τις έξι, ακούστηκε ένα γδούπος από την κουζίνα. Φοίβος γαύγισε σιγανά, σαν να τον τρόμαζε κάτι που ούτε έβλεπα ούτε καταλάβαινα.
Πήγα δειλά, δεν είχε τίποτα σπασμένο, μονάχα εκεί, στην πόρτα της κουζίνας, ακριβώς απέναντι από την αποθήκη, ήταν στο πάτωμα κάτι σαν στάμπα από λασπωμένο παπούτσι. Ξαφνικά μου ήρθε ένα ρίγος, όχι μόνο από την ιδέα ότι μπορεί να είναι κάποιος μέσα, αλλά γιατί η λάσπη ήταν φρέσκια, πιο υγρή από αυτή το πρωί. Έβαλα δυνατά το κεφάλι να λειτουργήσει, άνοιξα κάθε ντουλάπι, κάθε πόρτα. Κανείς, κλειστά όλα. Μόνο σιωπή, μούχλα ελαφριά, και αυτή η αίσθηση πως η αποθήκη… δεν ήταν τελείως άδεια. Σα να περιείχε κάτι κρυμμένο, που έβλεπε καλύτερα από εμένα στο μισοσκόταδο.
Το σούρουπο ήρθε γρήγορα, τα φώτα στις γειτονικές αυλές άναψαν. Ήμουν μόνος μου, με μια αδιόρατη ταραχή. Δεν το είπα σε κανέναν—δεν ήθελα να με περάσουν για φοβιτσιάρη. Κατά τις δέκα, ενώ όλα είχαν ησυχάσει, μου ήρθε αυτή η μυρωδιά, υγρή, σχεδόν πηχτή, λες και κάτι αποσυντίθεται βαθιά κάτω από το πάτωμα. Ο Φοίβος κοίταζε συνέχεια προς το παράθυρο της αυλής, τρίχες σηκωμένες στη ράχη. Πήγα ως την κουζίνα, αργά. Έξω, ήταν σκοτεινά. Δεν άκουγα τίποτα.
Έβαλα το αυτί στον τοίχο, εκεί που έπιανε η αποθήκη. Ήχος – όχι θόρυβος, ούτε τράνταγμα, αλλά ένας ρυθμικός, βαρύς ψίθυρος. Σα να ανασαίνει κάποιος αργά και βαθιά, μέσα στο ξύλινο κουτί της αποθήκης. Απέναντι απ’ όπου πρέπει να είναι τίποτα.
Ο χρόνος σταμάτησε. Βγήκα έξω, με φακό στο χέρι. Έτρεμε το φως, χτυπούσε στα τούβλα. Το λουκέτο στη θέση του, όπως το άφησα. Κατέβασα αργά τη χειρολαβή, μια, δύο φορές—δεν άνοιγε, λες και ήταν βαρύτερη τώρα, λες και κρατούσε κάτι μέσα της. Και καθώς έσκυψα να κοιτάξω απ’ την κάτω χαραμάδα, το φως του φακού μου πέταξε έναν παράξενο, υγρό, μακρόστενο ίσκιο, να διατρέχει το πάτωμα της αποθήκης και να σβήνει σ’ ένα σημείο της γωνίας που ποτέ παλιά δεν ήταν εκεί.
Δεν μύρισα μόνο λάσπη εκείνη τη στιγμή. Μύρισα κάτι παλιό, νοτισμένο, σαν υγρή, αραχνιασμένη γούνα, μαζί με κάτι αλλόκοτα οικείο. Ένιωσα πίσω μου κίνηση, δεν υπήρχε τίποτα, ο σκύλος στεκόταν όπως πάντα στην πόρτα του σπιτιού, χαμηλόφωνος, τουλάχιστον εκείνος δεν πλησίαζε. Κι ύστερα, ακούστηκε ένα ψιθύρισμα, όχι απ’ τη μεριά της αυλής μα μέσα απ’ την ίδια την αποθήκη, πίσω από το ξύλο της πόρτας. Μια συλλαβή, κάτι σαν τα δικά μου παιδικά παρατσούκλια—τη στιγμή που ο ήχος μου διέλυσε κάθε αίσθηση πως είμαι μόνος.
Δεν άνοιξα ποτέ εκείνο το βράδυ. Έβαλα δεύτερο λουκέτο. Κοιμήθηκα με το φως ανοιχτό, μ’ ένα ψίθυρο στα αυτιά σαν ιδρώτας πάνω απ’ το μέτωπο. Οι γονείς γύρισαν τη Δευτέρα το πρωί, τίποτα δεν φαινόταν περίεργο στο φως της ημέρας. Ούτε σημάδια, ούτε μυρωδιές, ούτε φωνές. Ήπια τον καφέ μου στο τραπέζι της κουζίνας και έβλεπα την πόρτα της αποθήκης πώς περνά το φως της ημέρας από πάνω της, λες και ποτέ δεν ειπώθηκε ούτε ψιθυρίστηκε τίποτα.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.
