Τρομακτικές Ιστορίες – Αυτό που κρύβεται στο πλατάνι της γειτονιάς
Οκτώβριος ήταν, λίγο πριν πιάσουν τα δυνατά κρύα, μια εκείνη η εποχή που αρχίζει να σουρουπώνει νωρίς κι όλα μυρίζουν υγρασία. Εκείνο το απόγευμα γύρισα σπίτι σχετικά νωρίς απ’ τη δουλειά — θυμάμαι είχα κουβαλήσει μαζί ένα τσουβάλι μήλα που μου είχε δώσει ο γείτονας στο χωριό. Το σπίτι μου είναι στα όρια της Θεσσαλονίκης, αρκετά κοντά στην εξοχή, κάπου που παλιά ήταν κτήματα, και τώρα σιγά σιγά γίνονται όλα σπίτια και αποθήκες, ανάμεσα σε χωράφια που ρημάζουν.
Είχα βάλει να βράζω καφέ. Η γειτόνισσα με φώναξε να της δώσω δυο-τρία μήλα. Βγήκα, της τα έδωσα στο χέρι, τα είπαμε για λίγο, αν κι αυτή είχε έναν περίεργο αέρα, λες και βιαζόταν ή ήθελε να με ξεφορτωθεί. Έπιασε να δυναμώνει ο αέρας τότε. Φύσαγε κι έφερνε εκείνη τη βαριά μυρωδιά απ’ το δάσος που βρίσκεται λίγο πιο πάνω απ’ το στενό μας, συνήθως με καθησυχάζει. Φορούσα ζακέτα — έξω είχε αυτήν τη βλακωμένη δροσιά που θέλει να αρπάξει κόκαλο.
Έφαγα πρόχειρα, κάθισα λίγο να χαζέψω τηλεόραση, και προς τις οχτώ πήγα να ξαπλώσω. Αλλά πριν, θυμήθηκα πώς είχα αφήσει τα μήλα στο αυτοκίνητο! Νεύρα μου ‘ρθε, αλλά ντύθηκα ξανά και βγήκα έξω. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και, όσο κι αν το στενό μου έχει λάμπες, εκεί κάτω στο μέρος που παρκάρω το αυτοκίνητο — στο πλάτωμα δίπλα στη μικρή συστάδα από πλατάνια — πάντα έχει μια σκιά παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει.
Κατεβαίνω με προσοχή τα λίγα σκαλοπάτια μου, ακόμη και το κουδούνισμα από τα κλειδιά μου ακουγόταν παράταιρο, άγριο μες στη σιγή του δρόμου. Από μακριά άκουσα το φρενάρισμα κάποιου λεωφορείου στον κεντρικό, μα εδώ κάτω ήταν μόνο το δικό μου βήμα που έσπαγε το βραδινό σκοτάδι.
Έχεις νιώσει ποτέ να κάνεις κάτι συνηθισμένο, μα να ξεκινά ξαφνικά να φαίνεται… λάθος; Δεν ξέρω. Έτσι ακριβώς μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή. Έπιασα το χερούλι του αυτοκινήτου να το ξεκλειδώσω, αλλά πριν τα καταφέρω, κάτι παράξενο με σταμάτησε: μια αίσθηση πως, παρ’ όλο που το μέρος εκείνο υποτίθεται ασφαλές, δεν ήμουν μόνος.
Σηκώνω το κεφάλι — τίποτα δεν φαίνεται, μόνο κάτι φύλλα να πηγαινοέρχονται στο πεζοδρόμιο. Αλλά να, το προσέχεις όταν κάτι πάει στραβά, έστω κι αν δε βλέπεις τι. Μια μυρωδιά κέδρου, έντονη, σχεδόν αποπνικτική, κι ήχοι υγροί, σαν κάποιος να πατάει μαλακά στο βρεγμένο γρασίδι πίσω απ’ τα δέντρα.
Μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο, έκλεισα την πόρτα, πήρα τα μήλα όπως όπως, και τότε άκουσα κάτι — όχι φωνή, αλλά σαν κάτι να χτυπάει σιγανά πάνω στη λαμαρίνα του αμαξιού, από κάτω. Έσκυψα, τίποτα. Έριξα ξανά μια ματιά στο πλατάνι από πίσω… φύλλα μόνο που κάναν παρέα με τον αέρα. Ήθελα να γελάσω με την αμηχανία μου, αλλά το γέλιο δεν ανέβηκε στο στόμα — μάλλον κάπου μου κόλλησε στο λαιμό μαζί με ένα αυθόρμητο σφίξιμο στο στομάχι.
Προχώρησα προς το σπίτι. Στη διαδρομή άκουσα το συρτάρι με τα παπούτσια, στον διάδρομο, ν’ ανοίγει — ήχος γνώριμος, αλλά κανείς δεν ήταν μέσα. Το υποσυνείδητο μου πήγε να σκεφτεί μήπως το άφησα ανοιχτό — ύστερα θυμήθηκα πως το είχα χτυπήσει πάντα καλά να κλείσει, είναι χαλασμένο και γλιστράει. Έτρεξα, ίσα να μπω και να βάλω αλυσίδα στην πόρτα.
Κλείδωσα κι έμεινα να ακούω: όμως, πέρα από το μουγκρητό του αέρα, τίποτα. Μπροστά μου, το σκοτάδι του χολ, το διάδρομο με την κλειστή πόρτα μπάνιου στο βάθος. Έσφιξα σα γελοίος το σακούλι με τα μήλα. Από το πάνω διαμέρισμα ακούστηκε ο ήχος ενός βήματος — αλλά ξέρω επίσης ότι είναι άδειο από το καλοκαίρι, το ‘χει αφήσει ο Νίκος ως έχει για ανακαίνιση, κανείς δεν έχει πατήσει εκεί μήνες.
Βάζω τα μήλα κάτω στην κουζίνα. Σκέφτομαι να βάλω τηλεόραση ξανά, μα είναι τόσο ήσυχο, που κάθε ήχος ακούγεται διπλός. Τραβώ την κουρτίνα — κι εκεί που περιμένω να σκοντάψω οπτικά στους δρόμους, βλέπω πως έχουν σβήσει οι λάμπες έξω. Ολόκληρο το στενό στο σκοτάδι, μόνο τα φώτα απ’ την πόλη πιο κάτω — σα να μην ανήκει η δική μου γειτονιά πια εδώ.
Το παράθυρο θόλωσε απ’ την υγρασία. Εκείνη την ώρα, και χωρίς να το περιμένω, άκουσα έναν ήχο που δεν ήταν από αυτούς που ξέρεις: κάτι σαν σύρσιμο ή μούγκρισμα πνιγμένο, που ερχόταν απ’ έξω, κάτω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Πήρα αναπνοή και για λίγο έμεινα έτσι, στην άκρη του νεροχύτη. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κρατηθώ ακίνητος, μπας και κοπάσει αυτό που νομίζω ότι άκουσα — μα σαν πέρασαν τα λεπτά, ο ήχος δεν έφευγε. Έσβησα όλα τα φώτα, έμεινα στο ημίφως της μικρής λυχνίας απ’ το διάδρομο, και έτσι, σχεδόν χωρίς να το προσέχω, άρχισα να υποπτεύομαι πως ό,τι ήταν έξω, είχε τώρα σταθεί κάτω απ’ το παράθυρό μου.
Έσκυψα και κράτησα την ανάσα, ψάχνοντας την παραμικρή σκιά, κάτι να προδώσει πως δεν είμαι τρελός, ότι όντως κάποιος — ή κάτι — τριγυρνάει έξω απ’ το σπίτι. Μα δε φαινόταν τίποτα. Μόνο εκείνο το επίμονο συριστικό σαν να βγαίνει απ’ το στήθος κάποιου που λαχανιάζει, και μετά μετά ένα ελαφρύ τρίξιμο, σαν νύχια σε τσιμέντο.
Πέρασε ώρα. Δεν ξέρω πόση. Κάποια στιγμή τόλμησα να κοιτάξω πιο φανερά. Το φως απ’ το διάδρομο έπεφτε κομμάτι στο πάτωμα της κουζίνας. Εκεί, δίπλα απ’ το περβάζι, στο φως κιόλας, υπήρχε ένα υγρό αποτύπωμα, ακαθόριστο — καθόλου σαν λεκές ή βρωμιά απ’ έξω, αλλά ούτε και σαν πατημασιά αληθινή. Μια σκιά μονάχα, υγρή, δίπλα ακριβώς απ’ τη θέση που στεκόμουν. Δεν τόλμησα να το ακουμπήσω. Μπήκα στο δωμάτιο και τράβηξα τις κουρτίνες.
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Άκουγα βήματα που σταματούσαν στο κατώφλι, άκουγα σύρσιμο μέσα στους τοίχους, αισθανόμουν βαρύ αέρα πηγμένο να πλανιέται. Το πρωί, όταν βγήκα, το αποτύπωμα είχε ξεραθεί, μα είχε αφήσει το σχήμα του πάνω στο ξύλο, κάτι σαν λεπτή ψώρα ή σκουριά. Οι λάμπες είχαν ανάψει πάλι, οι γείτονες σαν να μη θυμόντουσαν ότι βράδυ έλειψε το ρεύμα.
Δεν το είπα τότε σε κανέναν. Αλλά από εκείνο το βράδυ, κάθε φορά που περνάω από το πλατάνι για να παρκάρω, ορκίζομαι πως κάτι με παρακολουθεί απ’ το σκοτάδι. Άφωνο, αδιόρατο — μα είναι εκεί.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.
