Ιστορίες Εκδικήσης – Το άδειο συνεργείο του Γιάννη
Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά απ’ το συνεργείο εκείνο το φθινόπωρο, ούτε δροσερό ούτε πολύ ζεστό, έτσι όπως έπρεπε να ‘ναι. Ήταν πριν δύο χρόνια, Οκτώβριος στο Περιστέρι. Τότε δούλευα βοηθός εκεί, έφερνα καφέδες, άλλαζα λάδια, έκανα τα πάντα – μεροκάματο μικρό, αλλά γινόμουν άνθρωπος. Είχα όνειρα απλά· έναν μισθό στην ώρα του, μια καλή κουβέντα κι, άμα γινόταν, να μάθω τη δουλειά καλά.
Ο μάστορας, ο Γιάννης, ήταν άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Ήξερε τη μηχανική, όποιες βλάβες και να του ’φερνες, τις έβγαζε – μα σαν άνθρωπος, άλλο πράγμα. Προσβλητικός, ειρωνικός, στους πελάτες μέλι, σ’ εμένα φαρμάκι. Δεν πέρασε πολύς καιρός να καταλάβω ότι μου είχε βάλει στο μάτι. Με πείραζε στην αρχή, πότε μπροστά σε άλλους, πότε στα κρυφά. “Κοίτα πώς φοράει τα ρούχα, κι ο γιος της μάνας του έτσι;” Ύπουλος, δεν το ‘κανε ποτέ χοντρά, να έχω να πω κάτι ξεκάθαρο.
Μια μέρα, καθώς ήμουν σκυμμένος σε μια μηχανή και είχε κόσμο – δύο πελάτες και ο βοηθός του απέναντι – με κοίταξε και φώναξε γελώντας: “Μήπως θες κανέναν καθρέφτη να δεις αν τα μαλλιά σου πέφτουν ωραία; Εδώ ήρθες για να μάθεις τη δουλειά, όχι να κάνεις πασαρέλα!” Όλοι γέλασαν – γελοίο για εσένα, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα να βυθίζομαι. Εκείνη την ώρα, δεν είπα τίποτα, χαμογέλασα ψεύτικα, όμως μέσα μου άρχισε να μαζεύεται το δηλητήριο. Μέχρι το μεσημέρι, ήξεραν όλοι τι μου είπε. Ήταν φανερό: το είχε κάνει επίτηδες, να φανεί ανώτερος κι εγώ “το παιδί για όλα τα θελήματα”.
Από εκείνη τη μέρα, ούτε κουβέντα δεν μου ’βγαινε. Πατούσα ελαφριά. Τη νύχτα γύρναγα σπίτι, έκλεινα τα φώτα και τριγύριζα σαν φάντασμα στην κουζίνα. Έβαλα έναν στόχο: ότι δεν θα φύγω ούτε μ’ ένα παράπονο. Θα μείνω, θα δουλέψω, θα περιμένω τη δική μου στιγμή. Τον παρατηρούσα προσεκτικά – πότε ξέχναγε τα ραντεβού, πότε έλεγε ψέματα σε πελάτες, πότε έβαζε μεταχειρισμένα αντί καινούργια. Πάντα ήσυχος, πάντα με αέρα “δίκου μου”.
Κράτησα τα μάτια μου ανοιχτά – και το στόμα μου κλειστό. Δεν ήθελα φασαρίες, δεν ήθελα να τον κάνω εχθρό ανοιχτά. Κάθε φορά που με ταπείνωνε, σκέφτηκα πως θα αντέξω, απλά με μια σιωπή που στο τέλος του γυρίζει μπούμερανγκ. Δεν ξέρω αν ήταν εκδίκηση ή δικαιοσύνη, αλλά ήταν σαν να περίμενα καρτερικά τη ρωγμή του πάγου.
Ένα απόγευμα – Πέμπτη ήταν, δεν το ξεχνάω – ήρθε ο πιο καλός μας πελάτης, ένας ταξιτζής, ο κ. Μανώλης. Ήταν από αυτούς που αφήνουν καλό πουρμπουάρ και πάντοτε ρωτούσε “πού είναι το παιδί;” εννοώντας εμένα. Έφερε το ταξί του για σέρβις. Ο Γιάννης, εκείνη την ώρα, έφυγε δήθεν για σημαντική δουλειά, με άφησε μόνο, μου λέει “τα βασικά μόνο, μην κάνεις τίποτα παραπάνω”.
Τελείωσα τα γρήγορα και καθώς περίμενα να γυρίσει ο Γιάννης, αρχίζει ο κ. Μανώλης το φιλοσόφημα. Ε, εκεί, μου ξεφεύγει ότι ο Γιάννης συχνά αργεί, αφήνει τους πελάτες να περιμένουν, και ότι πολλές φορές του κάνει φτηνιάρικες δουλειές – έτσι, ανθρώπινα, χωρίς να κοιτάζω να τον ρίξω. Ο κ. Μανώλης, γάτα, μυρίστηκε κάτι και με σιγανή φωνή μου λέει: “Όλα καλά παιδί μου, αλλά πρόσεχε το κεφάλι σου εδώ μέσα. Ότι και να σου κάνει, μην πεις κουβέντα – δες πότε θα έρθει η ώρα”.
Η ώρα ήρθε γρηγορότερα απ’ όσο νόμιζα. Την επόμενη βδομάδα μπήκαν σωρεία παράπονα για κακοφτιαγμένες δουλειές. Δυο πελάτες γύρισαν, είπαν ότι τα ανταλλακτικά ήταν “ψεύτικα”. Ο Γιάννης όχι μόνο δεν με προστάτεψε, μα άφησε πιο παραέξω να εννοηθεί ότι εγώ ίσως έβαλα τα φτηνά χωρίς να το ξέρει εκείνος – κούναγε τους ώμους, “το παιδί ξέρετε, νέος είναι…”.
Οι φήμες άρχισαν να φουσκώνουν. Δεν ήρθα σε σύγκρουση – τσάκισα τα δόντια μου και θέλω να πω, κόντεψα να τα παρατήσω. Αλλά όσο μάζευα τα στοιχεία σιωπηλά, τόσο πιο καθαρά έβλεπα ότι αν πάρει τις ευθύνες επάνω του κανείς, αυτός είμαι εγώ, άδικα. Και τότε με έπιασε το πείσμα. Άρχισα να κρατάω σημειώσεις: ποιος ήρθε, τι του βάλαμε, τι ώρα. Μάζεψα αποδείξεις από σέρβις που δεν είχα δουλέψει. Φωτογράφιζα με το κινητό, ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα βγει το ψέμα του.
Τη μεγάλη στράτα μου την έδωσε ο ίδιος. Έκανε το λάθος και πήρε να πιει σε μια γιορτή των μηχανικών – και μπροστά σε κόσμο μίλησε άσχημα για μένα, μπας και με ταπώσει “να μάθει να σέβεται”. Η μισή συνοικία ήταν εκεί· εγώ καθόμουν πίσω πίσω, και άκουγα. Κράτησα την ψυχραιμία μου. Παίρνω μια βδομάδα άδεια, “άλλο συνεργείο”, του λέω.
Και εκεί που ήμουν σπίτι – να ‘χω μαζεμένη τη στενοχώρια και το πείσμα μου – χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο κ. Μανώλης, ο ταξιτζής. “Έλα αγοράκι, άκου να δεις, ένα μαγαζάκι ανοίγει εδώ δίπλα, και ψάχνουν κάποιον με το κεφάλι στο σώμα του. Θες να περάσεις;”. Δεν σκέφτηκα πολύ. Πήρα τις σημειώσεις μου, τα αποδεικτικά – όλα όσα είχαν γίνει τόσους μήνες – πήγα στο άλλο συνεργείο, τα έδειξα στον καινούργιο μάστορα, έναν παλιό γνώριμο που είχε ακούσει κι άλλες ιστορίες για τον Γιάννη.
Δεν έκανα θόρυβο, ένα χαμόγελο κράτησα. Το νέο διαδόθηκε ότι δεν φταίω εγώ για τις λαδιές του παλιού μου αφεντικού, ότι εκείνος ήταν το “σάπιο μήλο”. Ο καινούργιος με πήρε, και με τις γνωριμίες του, όλη η γειτονιά έμαθε ποιος κορόιδευε ποιον. Σιγά σιγά, το συνεργείο του Γιάννη άρχισε να αδειάζει· πελάτες φεύγανε, οι κουβέντες τού γύριζαν μπούμερανγκ. Εγώ πλέον ήμουν ήσυχος στη δουλειά μου – και, πιο σημαντικό, έβλεπα μετά από καιρό πρόσωπα πελατών να με σέβονται κι όχι να γελάνε στα μούτρα μου.
Δεν πήγα ποτέ να του πω τίποτα, ούτε είπα σε κανέναν “ωραία του το κάναμε”. Αλλά εκείνο το άδειο του συνεργείου όταν περνούσα με το μηχανάκι ήταν η δικιά μου σιωπηλή εκδίκηση. Ξέρει κι ο ίδιος γιατί του γύρισε η πλάτη η πιάτσα, εγώ δεν χρειαζόταν να πω λέξη. Ήσυχα και ανθρώπινα, πήρα πίσω τη χαμένη ψυχή μου.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.
