Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή αναμέτρηση του Στέργιου με τον Κώστα
Θυμάμαι εκείνη τη χρονιά σαν να ήταν χτες, παρόλο που έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Ήταν καλοκαίρι, Αθήνα, ζέστη που σε τύλιγε μέχρι το κόκαλο και σε έκανε να θες να εξαφανιστείς από προσώπου γης, αλλά εγώ δεν είχα τέτοια πολυτέλεια. Είχα μόλις πιάσει δουλειά σε ένα μικρό γραφείο εισαγωγών-εξαγωγών, όχι τίποτα σπουδαίο, όμως για μένα ήταν σημαντικό. Είχα ανάγκη τα λεφτά, μα πάνω απ’ όλα την αυτοπεποίθηση πως κάτι καταφέρνω μόνος μου.
Εκεί γνώρισα τον Κώστα. Κάτι μεγαλύτερος, φαινομενικά ντόμπρος, ήξερε να μιλάει με τον τρόπο που νομίζεις ότι σε καταλαβαίνει και ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς. Στην αρχή έγινε φίλος μου. Τσιγάρο στο μπαλκόνι, δύο κουβέντες για τη ζωή, κάτι αστεία, με κέρδισε. Έλεγα να κι ένας σωστός άνθρωπος.
Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να προσέχω ότι όποτε πήγαινα κάτι καλά – μια ιδέα στη δουλειά, ένα καινούριο project, οτιδήποτε – βρισκόταν πίσω από οτιδήποτε πήγαινε στραβά. Οι προϊστάμενοι ξαφνικά με κοιτούσαν αλλιώς, μου έδιναν παγωμένες οδηγίες, ο αέρας στα meetings άλλαζε απότομα όταν έλεγα κάτι. Τίποτα χοντρό, αλλά σαν να υπήρχε κι ένας αόρατος τοίχος ανάμεσά μας. Με τον καιρό το ένιωσα έντονα: κάποιος υπέσκαπτε ό,τι έκανα.
Μια μέρα, μετά τη δουλειά, βρήκα τη Μαρία από το τμήμα προμηθειών στο καφενείο απέναντι. Δεν τα λέγαμε ποτέ ιδιαίτερα, αλλά αυτή τη φορά πλησίασε σαν να ήθελε να μου πει κάτι. “Να ξέρεις, υπάρχουν πολλοί που δεν είναι αυτό που δείχνουν,” μου είπε αινιγματικά κι έφυγε. Κάτι μέσα μου κατάλαβε. Αρχισα να στήνω αυτί. Πιάνω τυχαία κουβέντες στο δίπλα δωμάτιο: “Ο Κώστας είπε ότι ο Στέργιος δυσκολεύεται με τα αγγλικά των πελατών, μήπως να πάρουμε κάποιον πιο κατάλληλο;” Στάθηκα ακίνητος, σχεδόν ζαλίστηκα.
Το βράδυ κλείστηκα στο σπίτι. Τα έβαλα κάτω: ο Κώστας, με το μόνιμο χαμόγελο, ήταν που πήγαινε στη διεύθυνση και έριχνε λάσπη με το γάντι. Εμένα με είχε μπλέξει για ανικανότητα, λάθη, ακόμα και για πράγματα που δεν έκανα – ψέματα. Για να πάρει την προαγωγή, να βγάλει εμένα εκτός. Και το έκανε τόσο αθόρυβα, που ούτε στιγμή δεν τον υποψιάστηκα.
Άρχισα να μαζεύω κομμάτια. Δεν έκανα τίποτα βιαστικό. Άκουγα τα πάντα, περνούσα ώρες να μελετάω τις συμπεριφορές. Μιλούσα λιγότερο, σκεφτόμουν παραπάνω. Κράτησα σημειώσεις – ποιος μιλούσε με ποιον, τι ειπώθηκε, τι άλλαξε στη στάση τους μετά. Και το κυριότερο: άρχισα να καταγράφω με λεπτομέρειες τι προσπαθούσα να κάνω με τις αρμοδιότητές μου και ποιος τις σαμποτάριζε στο τέλος.
Έβλεπα κάθε μέρα τον Κώστα να παίζει το παιχνίδι του. Να με χτυπάει “φιλικά” στην πλάτη, να ρίχνει υπονοούμενα, να μαζεύει γύρω του άτομα σαν μικρός “αρχηγός”. Ούτε εντάσεις, ούτε φωνές — όλα σε στυλ “ανεπίσημης πληροφορίας”.
Ώσπου ήρθε η κρίσιμη στιγμή. Παίχτηκε μεγάλο συμβόλαιο, μια εταιρεία από το εξωτερικό που μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες. Ο Κώστας είχε φροντίσει να υποβαθμίσει τη δουλειά μου και το project μου. Ήξερα ότι θα προσπαθήσει και πάλι να φέρει τα πράγματα στα μέτρα του. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι τους τελευταίους μήνες είχα κάνει κάτι διαφορετικό.
Βρήκα μερικά άτομα στο γραφείο που δεν του είχαν τόση αδυναμία. Τους μίλησα ειλικρινά, δίνοντάς τους να δουν στοιχεία, emails, ημερομηνίες – όχι κουτσομπολιά, μπροστά τους όλα. Τους έδειξα πού αλλοίωνε πληροφορίες για να βγει αυτός μπροστά, πώς “πρότεινε” να κοπεί ο ένας ή ο άλλος από projects χωρίς κανέναν πραγματικό λόγο, μόνο επειδή τον “ενοχλούσε”. Δεν είπα “να τον φάμε”· απλώς άφησα τα γεγονότα να μιλήσουν. Οι άνθρωποι αυτοί, σιωπηλά στην αρχή, πιο ξεκάθαρα μετά, άρχισαν να φέρνουν δικά τους περιστατικά στο τραπέζι.
Περίμενα. Πολύ. Η αλήθεια είναι πως δεν έχασα ευκαιρία να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα, ήρεμα, χωρίς φασαρίες. Ήμουν εκεί, παρών, όσο ο Κώστας σκυλότρεχε να μου φάει τη θέση. Και ήρθε η ώρα, η διεύθυνση μάς κάλεσε όλους για παρουσίαση, αυτή τη φορά μπροστά σε πελάτες.
Εκείνη τη μέρα, καθόμασταν όλοι στην αίθουσα συσκέψεων, με τον ιδρώτα να κολλάει σα φθηνιάρικο πουκάμισο στην πλάτη από το άγχος. Ο Κώστας, με τα χαρτιά του, ξεκίνησε να μιλάει — και το πρώτο πρόβλημα άρχισε. Του γύρισε πίσω νούμερα ο υπεύθυνος λογιστηρίου, η Μαρία του το ανέφερε ήσυχα, κάποιος άλλος είπε “μα εσύ δεν είχες πει αλλιώς;” Εγώ σιωπός, παρατηρούσα. Κάποια από τα δικά του ψέματα μπλέχτηκαν στα πόδια του επί τόπου. Δεν φώναξα, δεν τον έκραξα δημόσια. Ούτε χρειάστηκε, γιατί το πράγμα βγήκε μόνο του. Μια-μια οι ασυνέπειες ήρθαν στην επιφάνεια.
Στο διάλειμμα, μου έκανε νόημα να μιλήσουμε. Με κοίταξε στα μάτια, ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί πάνω του. “Τι κάνεις;” μου είπε, πιο ήσυχα από ποτέ. Δεν απάντησα. Μόνο του ήρθε το συμπέρασμα. Κατάλαβε ότι ήξερα.
Τις επόμενες μέρες, ένα-ένα τα κομμάτια τον άφηναν μόνο. Οι “κολλητοί” του τώρα παραδέχονταν, έστω σιγά, πως τα ήξεραν. Ο ίδιος απομονώθηκε. Η προαγωγή δεν ήρθε ποτέ — ούτε για μένα, ούτε για εκείνον. Αλλά ξαφνικά υπήρχε χώρος χωρίς το δικό του δηλητήριο. Έμεινα στη δουλειά, όχι για πολύ καιρό ακόμη, αλλά με το κεφάλι ψηλά, ξέροντας πως άντεξα χωρίς να βρώμισω τα χέρια μου.
Δεν θα πω μεγάλες κουβέντες. Το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι πως εκείνη η σιωπηλή αναμέτρηση, αυτή η υπομονή, ήταν τελικά πιο δυνατή από όλους τους φωνακλάδες και τους μηχανοράφους. Κι όταν φεύγεις ήσυχος, ενώ ο άλλος στέκει μόνος του, καταλαβαίνεις πόσο αξίζει να περιμένεις τη δική σου σειρά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέργιος.
