Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδίκησης – Όταν οι πέτρες γύρισαν πίσω στη Δήμητρα

Θυμάμαι ακόμα εκείνο το πρωινό Δευτέρας, τότε που έμπαινα στο γραφείο και κάθε φορά έπιανα τον εαυτό μου να τρέμει μην συναντήσω τη Δήμητρα στον διάδρομο. Δούλευα σ’ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι, τίποτα σπουδαίο, αλλά για μένα τότε ήταν το παν. Είχα ανάγκη αυτή τη δουλειά, όχι μόνο για τα λεφτά, και ξέρανε όλοι στο γραφείο πόσο νοιαζόμουν. Η Δήμητρα, όμως, ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να σε κάνει να νιώσεις μικρός, αόρατος – κι εγώ ήμουν εύκολος στόχος τότε.

Τα πρώτα σημάδια τα προσπέρασα, όπως κάνουν οι περισσότεροι – ένα ειρωνικό χαμογελάκι όταν της έδειχνα δουλειά, μια σπόντα για το “πως αν ήταν έτσι και στη σχολή σου, λογικό να μην βρίσκεις δουλειά της προκοπής”. Αυτά δεν πονάνε όσο τα καθημερινά, τα συνεχόμενα. Την ανάγκη της να “διορθώνει” πάντα τα λάθη μου μπροστά σε άλλους, να με χρησιμοποιεί σαν κακό παράδειγμα στους νεοφερμένους, να υψώνει τη φωνή της επειδή “είμαστε μεταξύ μας”.

Στην αρχή, πάλευα να το αφήσω να περάσει. Έλεγα, “κράτα χαμηλά το κεφάλι, θα το ξεπεράσουμε αυτό”. Ήμουν νέος – ήθελα να με δουν για τη δουλειά μου, όχι για κόντρες. Έπινα λοιπόν μια γουλιά καφέ και έστηνα το τοίχος. Έλα όμως που τα τοίχη σπάνε, όταν όλο το γραφείο αρχίζει σιγά σιγά να γέρνει το κεφάλι και να αποφεύγει τα μάτια σου. Όταν νιώθεις πως κάθε σου ανάσα θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου, και οι ώρες περνάνε αργά, πολύ αργά.

Τελικά, έγινε το μοιραίο. Ένα πρωί, μπήκα στο γραφείο αφού είχα αρρωστήσει δυο μέρες – και βρήκα το γραφείο μου αλλιώς. Τα πράγματά μου σε μια σακούλα, σημείωμα να περάσω από το γραφείο του διευθυντή. Εκεί, με υποδέχτηκε ο κύριος Σπύρος με αμήχανο χαμόγελο και πίσω του καθόταν η Δήμητρα. Με απέλυσε, αόριστα “λόγω γενικής δυσλειτουργίας”, είπε, και πριν προλάβω να ρωτήσω γιατί, η Δήμητρα πέταξε “ξέρεις πολύ καλά γιατί”. Κατάλαβα τότε ότι με είχε ενοχοποιήσει για ένα οικονομικό λάθος που ποτέ δεν έγινε – το χρέωσε πάνω μου, παρουσίασε “στοιχεία”, και ο Σπύρος δεν πολυρώτησε.

Βγήκα από το γραφείο τους άδειος. Τι να πεις, να φωνάξεις; Ποιος θα σε πιστέψει; Οι άλλοι είχαν ήδη κατεβάσει τα βλέμματα, η Δήμητρα κέρδισε – ή έτσι νόμιζε.

Έκλεισε εκείνο το κεφάλαιο της ζωής μου, αλλά όχι μέσα μου. Κάθε φορά που συναντούσα γνωστό από εκεί, έπιανα τον εαυτό μου να σφίγγεται. Έχανε αξία ό,τι είχα κάνει, κι εγώ μαζί. Ένα κουτό ψέμα, και ολόκληρη η εικόνα μου είχε γίνει θρύψαλα – στα μάτια τους και στα δικά μου.

Ένα βράδυ, δυο μήνες μετά, συνάντησα τυχαία τη Λίνα, μια κοπέλα που είχε ξεκινήσει εκεί λίγο πριν φύγω. Τα είπαμε, χαλαρά, και γύρισε κουβέντα στο γραφείο – κι εκείνη την είχα βρει στον δρόμο της Δήμητρας. “Έχεις ακούσει;” με ρώτησε. “Ο Σπύρος είναι έτοιμος να τη διώξει – κάνουν κάτι έλεγχο”. Δεν έδειξα έκπληξη, δεν είχα πολλά κουράγια να χαρώ. Όμως, κάτι άστραψε μέσα μου. Τότε ήταν που σκέφτηκα: ήρθε η ώρα να μιλήσω.

Όχι για να γυρίσει ο χρόνος πίσω, ούτε να δικαιωθώ δημόσια. Αλλά ήθελα έστω και ένα κομμάτι της αλήθειας να φανεί. Κρατούσα πολλά χαρτιά στο σπίτι – είχα κρατήσει σημειώσεις, μέιλ, ό,τι είχα βρει όταν έφυγα. Μέσα σ’ αυτά, είχα βρει λάθη που είχε κάνει η ίδια η Δήμητρα στους υπολογισμούς, πράγματα που είχε προσπαθήσει να φορτώσει αλλού αλλά εγώ τα είχα σώσει τελευταία στιγμή – και φαίνονταν οι διορθώσεις μου, τα μέιλ της που με “ευχαριστούσε”, αλλά ποτέ μπροστά στους άλλους.

Έφτιαξα ένα φάκελο, τακτοποίησα όλα με σειρά, και τον άφησα εξώφυλλο εξώφυλλο, ανώνυμα, στο γραφείο του Σπύρου πολύ πρωί, τη μέρα που όλοι είχαν meeting. Βρήκα τρόπο να μην με δουν, άφησα λίγα αλλά κοφτά σημειώματα με ημερομηνίες και τις ανάλογες αποδείξεις. Και μετά περίμενα.

Ούτε πανηγύρισα, ούτε ήθελα να το ξαναζήσω. Όμως, λίγες μέρες μετά, άκουσα από τη Λίνα και δυο ακόμα πρώην συναδέλφους πως “έγινε ραγδαία αλλαγή στο γραφείο”. Τη Δήμητρα τη φώναξε ο Σπύρος μπροστά σε όλους, ζήτησε εξηγήσεις για “αλλεπάλληλα λάθη που καλυπτονταν”. Εκείνη προσπάθησε να ρίξει αλλού το φταίξιμο, αλλά τουλάχιστον τρεις συνάδελφοι επιβεβαίωσαν πως είχε ξανασυμβεί – και ξαφνικά φάνηκε σαν να έπεσε η μάσκα. Δεν την απέλυσαν τότε, αλλά περιορίστηκε, κι έχασε όλη την “φόρα” της. Κανείς δεν τη φοβόταν πια. Λίγους μήνες μετά, μου είπαν πως ζήτησε να φύγει, ότι έφυγε τελικά χωρίς λόγο και χωρίς αποχαιρετιστήρια μέιλ.

Εγώ δεν ξαναγύρισα εκεί, ούτε το σκέφτηκα. Αλλά δεν χρειάστηκε. Σήκωσα σιγά σιγά το κεφάλι. Όχι επειδή νίκησα κάποιον, αλλά επειδή βρήκα τρόπο να δείξω πως δεν είμαι αόρατος. Κι όταν, μήνες μετά, έμαθα πως έλεγαν πια “είδες, δεν ήταν αυτός τελικά”, χαμογέλασα ήσυχα. Δεν άλλαξα τον κόσμο, αλλά οι πέτρες που πέταξε πάνω μου γύρισαν πίσω της.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.

You might also like